
Στις 22 Οκτωβρίου 2026 δημοσιεύτηκε άρθρο του Αντιεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Βασίλη Φλωρίδη, που τυγχάνει αδερφός του Υπουργού Δικαιοσύνης, σχετικά με τη διαφθορά σε ευρύτερο επίπεδο, αλλά και ειδικότερα στον χώρο της δικαιοσύνης. Τη διαφθορά η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο πάντα, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Μάλιστα, κάνει αναφορά σε ιδιωτικά συμφέροντα (!), με γνώμονα τα οποία ο πολίτης πιστεύει ότι λαμβάνονται αποφάσεις.
Αφορμή για το εν λόγω άρθρο αποτέλεσε ο χειρισμός της ποινικής υπόθεσης στενού συγγενή εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου. Το μόνο που πέτυχε με το άρθρο αυτό ουσιαστικά ο ανώτατος δικαστικός είναι να καταπατήσει μέσα σε λίγες λέξεις βασικές συνταγματικές αρχές και διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παρέμβαση ενός θεσμικού φορέα σε εκκρεμή ποινική υπόθεση και η σαφής τοποθέτησή του επί της ουσίας δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση την αμεροληψία του δικαστηρίου που πρόκειται να δικάσει την υπόθεση (ά. 6 ΕΣΔΑ).
Σε μια επόμενη ανάγνωση, θίγεται καταφανώς η λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (ά. 87 Συντάγματος). Η τελευταία δεν έχει μόνο εξωτερικό χαρακτήρα, δηλαδή προστασία των δικαστών από παρεμβάσεις προερχόμενες από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αλλά και εσωτερικό, δηλαδή προστασία από παρεμβάσεις που προέρχονται από τους κόλπους της ίδιας της δικαιοσύνης. Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καταχεριάζοντας τους εισαγγελείς που είχαν αντίθετη με αυτόν άποψη σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης στην μέχρι τώρα δικονομική της πορεία, υποδεικνύει εν τοις πράγμασι το πώς θα πρέπει να διαχειριστεί την συγκεκριμένη υπόθεση το δικαστήριο.
Είναι δε εξόχως προβληματικό το γεγονός ότι στο άρθρο μια απλή διαφωνία για την ουσία της υπόθεσης και παραπομπή αυτής σε δίκη οδηγεί τον γράφοντα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφθορά εντός της δικαιοσύνης. Μη αντιλαμβανόμενος τη βαρύτητα του θεσμού που εκπροσωπεί, προβαίνει σε μια βαρύγδουπη δήλωση που θα μπορούσε να την κάνει ο οποιοσδήποτε πολίτης, όχι όμως ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Το μόνο που επιτυγχάνει με αυτόν τον τρόπο είναι η διόγκωση της έλλειψης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη δικαιοσύνη.
Η απουσία εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και ιδιαίτερα προς τον θεσμό της δικαιοσύνης τροφοδοτείται από τους ίδιους και τους εκπροσώπους τους. Η υφέρπουσα αίσθηση ότι οι θεσμικοί φορείς λειτουργούν ως απονευρωμένοι προστάτες πολιτικών ή ιδιωτικών συμφερόντων δεν δημιουργεί πρόβλημα μόνο στη λειτουργία των ίδιων, αλλά καθορίζει την ποιότητα και τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας.