
Τα τελευταία αρκετά χρόνια είναι αισθητή η τάση φυγής των κατοίκων, κυρίως των νέων, της περιφέρειας και ειδικά των νησιών προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Και αυτό μοιάζει αντιφατικό, αν σκεφτεί κανείς την καλπάζουσα αύξηση των ενοικίων και εν γένει τη στεγαστική κρίση. Στην όξυνση του φαινομένου αυτού συμβάλλει ο διοικητικός συγκεντρωτισμός και η σημερινή διοικητική οργάνωση.
Ο μέσος πολίτης - δημότης - κάτοικος της επαρχίας αισθάνεται - και σε πολλές περιπτώσεις δικαιολογημένα - ότι βρίσκεται να αγωνίζεται για την επιβίωση, παρατημένος και αγνοημένος, μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων που πολλές από αυτές αφορούν άμεσα τη ζωή του, χωρίς καν να μπορεί να ακουστεί η φωνή του.
Το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται με απλή μεταφορά της έδρας υπουργείων στην επαρχία. Απαιτείται αποκέντρωση, μια νέα διοικητική οργάνωση με τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις που θα στηρίζεται στην ισότητά, τους ανεξαρτήτως γεωγραφικής διαμονής. Καθοριστικό ρόλο στη σχέση πολίτη - διοίκησης μπορεί να παίξει η ενίσχυση των Κοινοτήτων.
Οι Κοινότητες θα πρέπει να λειτουργήσουν ως κύτταρο δημοκρατίας, όχι απλώς κατ’ όνομα, αλλά και επί της ουσίας. Σε πρώτη φάση είναι σημαντικό το Κοινοτικό Συμβούλιο να εκλέγεται από ξεχωριστή κάλπη, αλλιώς καταλήγει απλό διακοσμητικό στοιχείο στο ψηφοδέλτιο του υποψήφιου Δημάρχου. Από την άλλη, θα πρέπει να ανατεθούν σε αυτές ουσιαστικές αρμοδιότητες.
Ο Πρόεδρος της Κοινότητας δεν μπορεί να είναι απλός διαμεσολαβητής και μεταφορέας παραπόνων μεταξύ κατοίκων και Δήμου, όπως ισχύει επί της ουσίας σήμερα. Το σημερινό καθεστώς αποθαρρύνει πολλούς από την ενασχόλησή τους με τις τοπικές κοινωνίες, διότι αφενός, ελλείψει αρμοδιοτήτων και πόρων, δεν μπορούν να αλλάξουν τα κακώς κείμενα, αφετέρου γίνονται δέκτες παραπόνων για τα οποία φαίνονται απλώς υπεύθυνοι, στην ουσία όμως δεν μπορούν να επιλύσουν.
Από την άλλη, ενδεχόμενη ενίσχυση του ρόλου των Κοινοτήτων θα συμβάλλει στην συμμετοχή των πολιτών στην λήψη αποφάσεων. Βέβαια μαζί με τις θεσμικές αλλαγές πρέπει να υπάρχει και η χρηματοδότηση που θα επιτρέψει την αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο μικρό κύτταρο της επαρχίας, δίπλα στον πολίτη.
Φυσικά, η διοικητική αποκέντρωση περνά και από την από την συνολική οικονομική απεξάρτηση των Δήμων από την εκάστοτε κυβέρνηση. Σήμερα οι Δήμοι με τα έσοδά τους καλύπτουν το 25% των εξόδων τους, και υπάρχει απόκλιση 1,3 δισ. Ευρώ.σύμφωνα με έκθεση της ΚΕΔΕ, στην κάλυψη λειτουργικού κόστους Αυτό μπορεί να πάψει μόνο αν εξασφαλιστεί σταθερή χρηματοδότησή τους, με βάση τις ανάγκες τους και τα έσοδα που πραγματικά δικαιούνται.
Ενδεικτικό του κρατικού υδροκεφαλισμού και συγκεντρωτισμού είναι το γεγονός ότι Δήμοι και Περιφέρειες διαχειρίζονται το 6,5% των δαπανών, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός σε ευρωπαϊκές χώρες κατά μέσο όρο είναι 34%.
Τέλος σε επίπεδο Περιφερειών, μια ενέργεια προς τη θετική κατεύθυνση της αποκέντρωσης θα μπορούσε να είναι η κατάργηση των αποκεντρωμένων διοικήσεων. Τη δεδομένη στιγμή οι τελευταίες μοιάζει να ένα γραφειοκρατικό εμπόδιο, ένας “πολιτικός κορσές” ελέγχου στη σχέση κράτους και αυτοδιοίκησης.
Η κατάργησή τους και η μεταφορά των αρμοδιοτητων τους στις περιφέρειες, με παράλληλη ενίσχυση αυτών με προσωπικό και πόρους, θα μπορούσε να δώσει λύσεις σε μια σειρά ζητημάτων καθυστερήσεων και αλληλοκαλύψεων σε επίπεδο αρμοδιοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται δευτερογενώς και η λογοδοσία προς τους πολίτες, καθώς, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει σήμερα, θα υπάρξει πιο ξεκάθαρη κατανομή αρμοδιοτήτων και η ταχύτερη υλοποίηση αποφάσεων.