
Τα νεότερα στοιχεία για τον Ιούλιο επιβεβαιώνουν ότι η κρίση στην κτηνοτροφία της Λέσβου όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Από τον Μάρτιο έως και τον Ιούλιο του 2026 χάθηκαν περισσότερα από 9.500 τόνοι πρόβειου και γίδινου γάλακτος, σε σύγκριση με το αντίστοιχο πεντάμηνο του 2025.
Παράλληλα, εκατοντάδες κτηνοτρόφοι έχουν πάψει να εμφανίζονται στις μηνιαίες παραδόσεις προς μεταποίηση, αποτυπώνοντας τη μεγάλη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της αιγοπροβατοτροφίας.
Τα στοιχεία του ΕΛΓΟ – Δήμητρα αφορούν το σύνολο του νομού Λέσβου, δηλαδή τη Λέσβο, τη Λήμνο και τον Άγιο Ευστράτιο. Ωστόσο, περίπου το 80% της καταγεγραμμένης παραγωγής προέρχεται από τη Λέσβο, γεγονός που δείχνει ότι το κύριο βάρος των απωλειών πέφτει στο μεγαλύτερο νησί του νομού.
Η κατάρρευση της παραγωγής συνδέεται με τις βαριές συνέπειες του αφθώδους πυρετού και των μέτρων που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή του. Οι μαζικές θανατώσεις ζώων, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και στη λειτουργία των μονάδων, αλλά και η γενικότερη αναστάτωση της παραγωγικής διαδικασίας έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην κτηνοτροφία και στην τοπική οικονομία.
Νέα μεγάλη πτώση τον Ιούλιο
Τον Ιούλιο του 2026 παρέδωσαν πρόβειο γάλα προς μεταποίηση 1.498 κτηνοτρόφοι, έναντι 2.049 τον ίδιο μήνα του 2025. Μέσα σε έναν χρόνο οι παραγωγοί μειώθηκαν κατά 551 ή κατά 26,9%.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση της παραδοθείσας ποσότητας. Τον Ιούλιο του 2026 οδηγήθηκαν στη μεταποίηση 2.518,136 τόνοι πρόβειου γάλακτος, έναντι 3.876,574 τόνοι τον Ιούλιο του 2025. Χάθηκαν, δηλαδή, 1.358,438 τόνοι, με την πτώση να διαμορφώνεται στο 35%.
Στο γίδινο γάλα, τον Ιούλιο του 2026 παρέδωσαν παραγωγή 288 κτηνοτρόφοι, έναντι 480 έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για 192 λιγότερους παραγωγούς και μείωση 40%.
Οι παραδόσεις γίδινου γάλακτος περιορίστηκαν στους 346,621 τόνους, από 560,041 τόνους τον Ιούλιο του 2025. Η απώλεια ανήλθε σε 213,420 τόνους ή σε ποσοστό 38,1%.
Συνολικά, μόνο μέσα στον Ιούλιο, οι παραδόσεις πρόβειου και γίδινου γάλακτος μειώθηκαν κατά 1.571,9 τόνους. Από τα 4.436,615 τόνους του Ιουλίου του 2025, η παραγωγή υποχώρησε στα 2.864,757 τόνους τον Ιούλιο του 2026, καταγράφοντας συνολική πτώση 35,4%.
Η πτώση μεγάλωνε από μήνα σε μήνα
Η ιδιαίτερα αρνητική εικόνα του Ιουλίου αποτελεί συνέχεια της μεγάλης υποχώρησης που είχε καταγραφεί από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο.
Στο πρόβειο γάλα, οι απώλειες σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μήνες του 2025 ήταν:
Συνολικά, μέσα στο πεντάμηνο Μαρτίου – Ιουλίου, οι απώλειες στο πρόβειο γάλα ανήλθαν σε 8.534,5 τόνους.
Στο γίδινο γάλα, οι αντίστοιχες απώλειες ήταν:
Η συνολική μείωση στην παραγωγή γίδινου γάλακτος έφτασε τους 996 τόνους. Αθροιστικά, οι παραδόσεις πρόβειου και γίδινου γάλακτος μειώθηκαν κατά 9.531 τόνους μέσα στους πέντε μήνες.
Εκατοντάδες κτηνοτρόφοι εκτός παραδόσεων
Εξίσου ανησυχητική με την πτώση της παραγωγής είναι η συνεχής μείωση των κτηνοτρόφων που παραδίδουν γάλα.
Στο πρόβειο γάλα, σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μήνες του 2025, καταγράφηκαν 45 λιγότεροι παραγωγοί τον Μάρτιο, 465 τον Απρίλιο, 493 τον Μάιο, 577 τον Ιούνιο και 551 τον Ιούλιο. Στο γίδινο γάλα οι απώλειες ήταν 43 παραγωγοί τον Μάρτιο, 166 τον Απρίλιο, 165 τον Μάιο, 190 τον Ιούνιο και 192 τον Ιούλιο.
Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να προστεθούν ώστε να εξαχθεί ένας συνολικός αριθμός κτηνοτρόφων που εγκατέλειψαν την παραγωγή. Ο ίδιος παραγωγός μπορεί να απουσιάζει από τις παραδόσεις περισσότερων μηνών, ενώ αρκετοί κτηνοτρόφοι παραδίδουν τόσο πρόβειο όσο και γίδινο γάλα.
Η σύγκριση ανά μήνα αποκαλύπτει, ωστόσο, μια σαφή και σταθερή τάση: από τον Απρίλιο και μετά, εκατοντάδες λιγότεροι κτηνοτρόφοι παραδίδουν γάλα σε σχέση με το 2025. Ιδιαίτερα στο γίδινο γάλα, τον Ιούλιο εξαφανίστηκε από τις παραδόσεις το 40% των παραγωγών που είχαν καταγραφεί έναν χρόνο νωρίτερα.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία
Η απώλεια περισσότερων από 9.531 τόνων γάλακτος σε διάστημα μόλις πέντε μηνών δεν αφορά μόνο το εισόδημα των κτηνοτρόφων. Επηρεάζει άμεσα τα τυροκομεία, την παραγωγή φέτας και των άλλων τοπικών τυροκομικών προϊόντων, τις μεταφορές, το εμπόριο ζωοτροφών και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα της υπαίθρου. Η Λέσβος χάνει ταυτόχρονα ζωικό κεφάλαιο, παραγωγή και ενεργούς κτηνοτρόφους, χωρίς μέχρι στιγμής να διαφαίνεται άμεση δυνατότητα αναπλήρωσης των απωλειών.
Η κρίση δεν περιορίζεται, συνεπώς, σε μια προσωρινή κάμψη της γαλακτοπαραγωγής. Απειλεί να μετατραπεί σε μόνιμη αποδυνάμωση ενός από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της Λέσβου, με συνέπειες που θα παραμείνουν ακόμη και μετά την υποχώρηση της ζωονόσου.