
Από καθαρή περιέργεια κάθισα να παρακολουθήσω εκ των υστέρων όσα συνέβησαν και ειπώθηκαν στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου.
Από τη μία, η όλως δικαιολογημένη αντίδραση των εκπροσώπων των κτηνοτρόφων που βλέπουν τα μέσα παραγωγής και επιβίωσής τους να καταστρέφονται, χωρίς να υπάρχει σοβαρός θεσμικός συντονισμός, επιστημονικές εξηγήσεις και ένα σαφές πλάνο αποζημιώσεων.
Από την άλλη, οι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης και της Περιφέρειας, αμήχανοι και ανίκανοι να δώσουν τις απαιτούμενες εξηγήσεις, επιτείνοντας επί της ουσίας την απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πρώτοι.
Ο δε κος Αθανασίου, με φθηνές δικαιολογίες, προσπάθησε να βγάλει από το κάδρο των ευθυνών τον Πρωθυπουργό και την πολιτική της ΝΔ, αναδεικνύοντας όμως με αυτό τον τρόπο την αποτυχία του “επιτελικού” κράτους τους και της πολιτικής τους.
Σε συνέχεια αυτών και δεδομένου ότι υπάρχει μια ρητορική περί ανάγκης στροφής της τοπικής οικονομίας προς τον τουρισμό, μπήκα στη διαδικασία να αναζητήσω τα έσοδα που είχε φέτος το νησί από τον τουρισμό.
Στο Β’ τρίμηνο, λοιπόν, του 2026 ο κύκλος εργασιών καταλυμάτων και εστίασης που προέκυψε από τον συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας, βάσει των αριθμών που παρουσιάζει η ΕΛΣΤΑΤ, ήταν 27,721 εκατ. Ευρώ, ενώ την αντίστοιχη χρονική περίοδο του 2025 ο αριθμός ανέρχεται στα 31,082 εκατ. Ευρώ. Τουτέστιν μείωση που αγγίζει το 11%. Την ίδια περίοδο του 2025 και πριν την εμφάνιση του αφθώδους πυρετού, τα έσοδα μόνο από την παραγωγή γάλακτος ήταν περίπου 30 εκατ. Ευρώ. Φυσικά, το 2026 ο αριθμός αυτός πέφτει περίπου στα 20 εκατ. Ευρώ (πτώση της τάξης του 30%).
Προφανώς, όλα τα παραπάνω στοιχεία δίνουν μια κατευθυντήρια γραμμή που θα πρέπει να ακολουθηθεί: η ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής και της τοπικής κτηνοτροφίας είναι μονόδρομος. Και αυτό δεν το επιτάσσουν μόνο τα παραπάνω οικονομικά στοιχεία. Η επελαύνουσα διάλυση του βασικού πυλώνα της τοπικής οικονομίας θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες και στην πληθυσμιακή διαστρωμάτωση του νησιού. Η τοπική ύπαιθρος θα εγκαταλειφθεί ακόμα περισσότερο, ενώ υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος απομάκρυνσης νέων ανθρώπων που ασχολούνται με την κτηνοτροφία από το νησί σε αναζήτηση νέας εργασίας.
Το μοντέλο ανάπτυξης της Λέσβου δεν μπορεί να εξαντλείται στην κατασκευή μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων ούτε να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως υποκατάστατο της παραγωγικής βάσης του νησιού. Σίγουρα, ο τουρισμός μπορεί να επιφέρει κάποια έσοδα στην τοπική κοινωνία.
Ωστόσο, δεν μπορεί να είναι η κύρια πηγή εσόδων που θα υποκαταστήσει τον πρωτογενή τομέα ως μέσο βιοπορισμού. Το ζητούμενο είναι ένα ολοκληρωμένο παραγωγικό σχέδιο που θα στηρίζει τον κτηνοτρόφο και τον μικρό παραγωγό και θα συνδέει την τοπική παραγωγή με τη μεταποίηση, την τυποποίηση και την αγορά.
Μόνο έτσι ο πλούτος που παράγεται στη Λέσβο θα παραμένει στην τοπική κοινωνία, δημιουργώντας σταθερή εργασία και πραγματική προοπτική για τους νέους ανθρώπους. Επιπλέον, ο τουρισμός θα μπορούσε να ενισχύσει την τοπική παραγωγή, με τη διάθεση των λεσβιακών προϊόντων στην εστίαση και στα καταλύματα.
Ο πρωτογενής τομέας του νησιού βιώνει μια πρωτοφανή κρίση. Οι ευθύνες του κρατικού μηχανισμού είναι τεράστιες. Είναι σαφές ότι ευθύνες βαραίνουν και την περιφέρεια, τους αρμόδιους αντιπεριφερειάρχες και υπηρεσιακούς παράγοντες της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας.
Εξαντλούνται, όμως, εκεί; Είναι σαφές πως όχι. Η εικόνα εγκατάλειψης, αδιαφορίας, μετακύλισης της ευθύνης στους κτηνοτρόφους από τοπικούς εκπροσώπους του κυβερνητικού κόμματος και παράδοσης στο πρόβλημα είναι μια εικόνα που έχει εξυφανθεί από την κυβέρνηση, το αρμόδιο υπουργείο και τον τοπικό βουλευτή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Και όλοι αυτοί οι θεσμικοί φορείς δεν φαίνονται να έχουν τη διάθεση ούτε τη δυνατότητα να δώσουν λύση στο πρόβλημα.
ΥΓ: Αν μπορεί να ανιχνευτεί κάτι θετικό απ’ όλη αυτή την κατάσταση, είναι η συγκρότηση του Φορέα Πρωτογενούς Παραγωγής που θα πρέπει να διατηρηθεί και μετά την κρίση του αφθώδους και να επεκταθεί ακόμη περισσότερο στο νησί.