
Το πιο εύκολο είναι να καταδικάσεις έναν άνθρωπο όταν θεωρείς ότι ανήκει στο «άλλο στρατόπεδο». Η πραγματική δοκιμασία, όμως, αρχίζει όταν ο καταγγελλόμενος είναι κάποιος που θεωρούμε «δικό μας»: ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε πολιτικές απόψεις, αξίες, παρέες ή αγώνες.
Η πρόσφατη καταγγελία γυναίκας για σειρά περιστατικών σεξουαλικής και σωματικής βίας ανοίγει ακριβώς αυτή τη δύσκολη συζήτηση. Η ίδια περιγράφει μια γνωριμία που ξεκίνησε το 2022, όχι ως ερωτική σχέση, αλλά με επαγγελματική αφορμή. Τον γνώριζε και απευθύνθηκε σε εκείνον επειδή ήθελε βοήθεια για να προχωρήσει επαγγελματικά. Την περίοδο εκείνη, βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση. Ήταν μόνη μητέρα, αντιμετώπιζε οικονομικές και επαγγελματικές δυσκολίες και προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της μετά από μια σοβαρή περίοδο κατάθλιψης.
Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η σχέση αυτή σταδιακά πήρε άλλη μορφή. Από την επαγγελματική βοήθεια πέρασε στην προσωπική προσέγγιση, στην κολακεία και στη συνέχεια, στη σεξουαλική και σωματική βία.
Το πρώτο περιστατικό δεν το αναγνώρισε αμέσως ως βιασμό. Λέει ότι πάγωσε και ότι ένιωσε πως απομακρύνθηκε από το σώμα της. Αργότερα κατηγόρησε τον εαυτό της. Αναρωτήθηκε αν ήταν πολύ φιλική, αν έδωσε λάθος εντύπωση ή αν «έδωσε δικαίωμα».
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της υπόθεσης.
Γιατί, όπως γράφει, ο άνθρωπος αυτός είχε τη δημόσια εικόνα ενός «καλού ανθρώπου». Αντιφασίστας, αντιρατσιστής, αντισεξιστής. Πώς μπορούσε λοιπόν ένας άνθρωπος με τέτοια εικόνα να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο;
Η απάντηση είναι ότι η πολιτική ή κοινωνική ταυτότητα ενός ανθρώπου δεν αποτελεί άλλοθι για κανέναν.
Και αυτό πρέπει να το δεχτούμε όλοι, ανεξάρτητα από τον χώρο στον οποίο ανήκουμε.
Το «πάγωσα» δεν σημαίνει «συναίνεσα»
Ένα από τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα μετά από μια καταγγελία βιασμού είναι: «Γιατί δεν αντιστάθηκε;»
Είναι ένα ερώτημα που συχνά αδικεί αυτόν που έχει υποστεί τη βία. Ο φόβος δεν οδηγεί όλους τους ανθρώπους στην ίδια αντίδραση. Κάποιος μπορεί να φωνάξει, κάποιος να προσπαθήσει να χτυπήσει τον δράστη και κάποιος άλλος να παγώσει.
Το πάγωμα δεν είναι συναίνεση.
Η καταγγέλλουσα περιγράφει ακριβώς αυτό. Δεν περιγράφει μια συναινετική σεξουαλική πράξη για την οποία μετάνιωσε. Περιγράφει ότι φοβήθηκε, πάγωσε και αδυνατούσε να αντιδράσει όπως ίσως φανταζόμαστε ότι «θα έπρεπε» να αντιδράσει ένας άνθρωπος που κινδυνεύει.
Χρειάστηκε, όπως λέει, να περάσουν χρόνια και να δουλέψει το θέμα στην ψυχοθεραπεία για να μπορέσει να αναγνωρίσει αυτό που είχε συμβεί.
Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να μας κάνει να σκεφτούμε πόσο εύκολα κρίνουμε εκ των υστέρων τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου που βρέθηκε σε κατάσταση φόβου.
Στη συνέχεια της καταγγελίας περιγράφεται ένας κύκλος στον οποίο η βία συνυπάρχει με την κολακεία, την προσοχή και την υπόσχεση μιας σχέσης.
Η γυναίκα γράφει ότι δεχόταν μηνύματα που την έκαναν να αισθάνεται επιθυμητή και σημαντική. Την ίδια στιγμή, περιγράφει περιστατικά όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, το «όχι» της αγνοήθηκε και υπήρξαν χτυπήματα, εξευτελισμοί και εξαναγκαστικές σεξουαλικές πράξεις.
Αυτό είναι δύσκολο να το καταλάβει κάποιος που βλέπει μια τέτοια ιστορία απ' έξω.
«Αφού της φέρθηκε έτσι, γιατί ξαναγύρισε;»
Η απάντηση δεν είναι πάντα εύκολη. Ένας άνθρωπος μπορεί να φοβάται και ταυτόχρονα να αναζητά την αποδοχή εκείνου που τον κακοποιεί. Μπορεί να ελπίζει ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Μπορεί να έχει πειστεί ότι ο ίδιος φταίει. Μπορεί να μπερδεύει την προσοχή με το ενδιαφέρον και την ανάγκη με την αγάπη.
Η ίδια μάλιστα περιγράφει ότι είχε αρχίσει να αισθάνεται πως η εξυπηρέτηση που του έκανε, οι μετακινήσεις, οι καφέδες, ακόμη και η οικονομική βοήθεια, ήταν ένας τρόπος να της δείχνει ότι ενδιαφέρεται για εκείνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρήσουμε κάθε λεπτομέρεια της αφήγησης δεδομένη. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά το κοινωνικό φαινόμενο που περιγράφει: την αμφιβολία, την ενοχή και τη δυσκολία ενός ανθρώπου να αναγνωρίσει ότι αυτό που ζει είναι κακοποίηση.
Εδώ είναι το σημείο που η συζήτηση γίνεται δυσάρεστη, η πολιτική ταυτότητα του κακοποιητή.
Αν ο καταγγελλόμενος ήταν ένας άνθρωπος που όλοι θεωρούσαμε πολιτικά απέναντί μας, θα ήταν ίσως πιο εύκολο να τον καταδικάσουμε. Όταν όμως είναι ένας άνθρωπος που κινείται στον δικό μας χώρο, που έχει μιλήσει εναντίον του σεξισμού ή του φασισμού, τότε εμφανίζεται ο πειρασμός να ψάξουμε δικαιολογίες.
«Μα δεν είναι τέτοιος άνθρωπος.»
«Μα είναι αντισεξιστής.»
«Μα είναι αντιφασίστας.»
«Μα τον ξέρουμε χρόνια.»
Αυτό το «μα» είναι επικίνδυνο.
Γιατί αν πραγματικά πιστεύουμε στην ισότητα και στην προστασία από τη σεξουαλική βία, τότε οι κανόνες πρέπει να είναι ίδιοι για όλους.
Η ιδεολογία δεν είναι άλλοθι.
Ούτε η πολιτική δράση.
Ούτε η κοινωνική προσφορά.
Ούτε η εικόνα του «καλού ανθρώπου».
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει κάνει καλά πράγματα και ταυτόχρονα να έχει συμπεριφερθεί απαράδεκτα σε έναν άλλο άνθρωπο. Το ένα δεν σβήνει το άλλο.
Να μπορούμε να ακούμε και όταν ο άλλος είναι «δικός μας». Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο τεστ για κάθε πολιτική και κοινωνική κοινότητα. Όχι αν μπορούμε να καταγγείλουμε τους άλλους. Αυτό είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να είμαστε εξίσου αυστηροί όταν η καταγγελία αφορά κάποιον από τον δικό μας κύκλο.
Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε εμείς αν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ένοχος. Αυτό είναι δουλειά της δικαιοσύνης και της διερεύνησης των γεγονότων. Χρειάζεται όμως να είμαστε σε θέση να πούμε κάτι πολύ απλό: αν μια γυναίκα καταγγέλλει βιασμό, η πρώτη μας αντίδραση δεν μπορεί να είναι να ψάξουμε την πολιτική ταυτότητα του καταγγελλόμενου για να αποφασίσουμε πόσο σοβαρά θα πάρουμε τα λόγια της.
Η ερώτηση πρέπει να είναι άλλη:
Τι συνέβη;
Υπήρχε συναίνεση;
Τι λένε τα στοιχεία;
Και κυρίως, μπορούμε να ακούσουμε την καταγγέλλουσα χωρίς να της φορτώσουμε από την αρχή την ευθύνη για όσα έπαθε;
Ο φόβος πρέπει κάποτε να αλλάξει πλευρά
Η γυναίκα κλείνει την καταγγελία της μιλώντας για τον φόβο που κουβαλά ακόμη. Για εφιάλτες, ενοχές, κρίσεις πανικού και την αίσθηση ότι η ιστορία αυτή δεν τελείωσε όταν σταμάτησε η επαφή.
Η φράση της «ο φόβος να αλλάξει μεριά» είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο της αφήγησής της.
Όχι με την έννοια της εκδίκησης ή της αυτοδικίας. Αλλά με την έννοια ότι κάποια στιγμή εκείνος που ασκεί βία πρέπει να ξέρει ότι δεν θα έχει προστασία επειδή είναι δημοφιλής, επειδή έχει πολιτικές πεποιθήσεις που μας αρέσουν ή επειδή βρίσκεται στον «σωστό» κοινωνικό χώρο.
Αυτό είναι το ελάχιστο που μπορούμε να απαιτήσουμε.
Να μην υπάρχουν «δικοί μας» και «δικοί τους» όταν μιλάμε για τη βία.
Να μην υπάρχουν διαφορετικά μέτρα ανάλογα με το ποιος είναι ο καταγγελλόμενος.
Και κυρίως, να μην ξεχνάμε ότι ο αντισεξισμός δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται στην πράξη, στη σχέση με τον άλλο άνθρωπο, στην ικανότητα να ακούσεις το «όχι» και να το σεβαστείς.
Μα είναι αριστερός.
Είναι βιαστής.
Μα είναι αντισεξιστής.
Είναι βιαστής.
Μα είναι αντιφασίστας.
Είναι βιαστής.
Μα είναι αντιρατσιστής.
Είναι βιαστής.
Μα είναι «δικός μας».
Δεν έχει «μα».
Η καταγγελία πρέπει να διερευνηθεί και η δικαιοσύνη να αποφανθεί για τα συγκεκριμένα γεγονότα. Αυτό όμως δεν αλλάζει την αρχή.
Ο βιασμός δεν έχει πολιτικό χρώμα.
Καμία ιδεολογία δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για τη βία πάνω στο σώμα ενός άλλου ανθρώπου.