
Ρούλα Κακλαμανάκη, Ὁσάκις ο Σάκης
Τα σχολεία ανοίγουν ξανά ... Οι σχολικές αίθουσες και αυλές σύντομα θα πλημμυρίσουν από το πολύβουο μελίσσι «αυτών που είναι πάντα νέοι ‒ ένα ποτάμι που διαρκώς αλλάζει τα νερά του» (Τασούλα Καραγεωργίου) ... Μαζί με τα μαθήματα, τα διαβάσματα, τις εξετάσεις, τα προγράμματα, τα παιχνίδια, τις παιδικές φωνές, θα επιστρέψουν και τα χτυποκάρδια στα θρανία, οι «σημαδιακές» ματιές μαθητών και μαθητριών μεγαλύτερων τάξεων, τα βέλη του σκανταλιάρη μικρού θεού, οι νεανικοί έρωτες ... Όλα μέσα στη ζωή είναι, κανονικά, φυσιολογικά, υγιή ... Ένα χαριτωμένο στιγμιότυπο της σχολικής ζωής ‒σε σχολείο θηλέων πριν από κάποιες δεκαετίες‒ αφηγείται το ακόλουθο κείμενο αλιευμένο από την εξαιρετική ανθολογία «Να μαθαίνω γράμματα ... Το σχολείο στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» του Κώστα Ακρίβου (Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σσ. 220 ‒ 222). Έτσι απλά, μαζί με ολόθερμες ευχές για καλή δύναμη σε μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς, για να ξεκινήσει με λίγο χαμόγελο η νέα σχολική χρονιά ...
Ο καθηγητής της φιλολογίας έριχνε κάθε μέρα το μπαλάκι. Όλη η τάξη το έπιανε σαν ένα γαργαλιστικό μήνυμα. Το πετούσε ο ένας στον άλλον. Χαράς ευαγγέλια!
« Ὁσάκις ...» άρχιζε τη φράση του ο φιλόλογος.
«Ναι. Ναι. Ο Σάκης! Ο Σάκης!» φώναζαν όλες μαζί οι μαθήτριες γελώντας.
Κι ο καθηγητής τρελαινόταν.
« Ὁσάκις ...» επαναλάμβανε τονίζοντας τη λέξη σα να έλεγε «σκάστε».
«Ο Σάκης! Ο Σάκης!» ακουγόταν πάλι αποκάτω και το γέλιο έδινε κι έπαιρνε.
Ο καθηγητής δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιες από τις μαθήτριες ήταν οι δράστες. Η λέξη μπαλάκι κυλούσε ακαριαία σε κλάσμα δευτερολέπτου μέσα από τα χείλη τους που ήταν κρυμμένα στο κάτω μέρος του σκυμμένου τους κεφαλιού. Νόμιζε πως απλώς επαναλάμβαναν τη λέξη. Πώς τις ερέθιζε αυτή η λέξη. Δεν ήταν όμως έτσι. Άλλο πράγμα το « Ὁσάκις» κι άλλος άνθρωπος «Ο Σάκης».
Ο Σάκης ήταν ηλεκτρολόγος με μαγαζί. Μεγαλύτερός τους, 20 με 25 ετών. Τα είχε φτιάξει με την Αλέκα. Μια από τις μαθήτριες της τάξης. Ψηλή κι αδύνατη, με κοντά ξανθά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια, μακρύ λαιμό και μακριά χέρια και πόδια, κάπως ξερακιανή αλλά ζόρικη. Στα 15 ‒ 16, όπως όλες τους. Η πρώτη που έβγαινε ραντεβού μήνες τώρα. Ο Σάκης την περίμενε το μεσημέρι στην άλλη γωνία κι οι άλλες μαθήτριες έτρεχαν από πίσω της να τον δούνε. Τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν. Ήταν ο πρώτος έρωτας της τάξης.
Ο καθηγητής φώναξε την πρώτη μαθήτρια, τη Μαρία, στο γραφείο του και τη ρώτησε.
«Τι συμβαίνει με το " Ὁσάκις"; Γιατί αυτή η αντίδραση;»
«Δεν ξέρω, κύριε. Στο δικό μου θρανίο δεν ξέρουμε τίποτα. Το πήραν έτσι, φαίνεται, και το διασκεδάζουν», του απάντησε.
Ρώτησε κι άλλες μαθήτριες. Μερικές δεν κρατήθηκαν και γελούσαν. Ο καθηγητής προσπάθησε να βγάλει από το λεξιλόγιό του τη λέξη « Ὁσάκις».
Αυτή όμως αντιστεκόταν. Του έβγαινε αυθόρμητα, έστω και με κάποια καθυστέρηση. Τότε όμως γινόταν πανζουρλισμός. Σα να την είχε στερηθεί η τάξη και ξεσπούσε «Ο Σάκης! Ο Σάκης!» φώναζαν ακόμα πιο δυνατά και γελούσαν με την καρδιά τους. Γιατί ήταν υπόθεση καρδιάς και όχι γραμματικής.
Ο καθηγητής όμως θορυβημένος από το παράξενο φαινόμενο κάλεσε ειδικό ψυχολόγο και συζήτησε μαζί του το θέμα. Την υπόθεση « Ὁσάκις», όπως το χαρακτήρισαν.
«Είναι θέμα για ανακοίνωση σε Συνέδριο», είπε ο ψυχολόγος και ζήτησε όλες τις λεπτομέρειες, για να το αναλύσει.
«Η λέξη "ὁσάκις" είναι επίρρημα. Το ίδιο και στην αρχαία ελληνική γλώσσα (στοιχείο της συνέχειάς της) και σημαίνει στην καθομιλουμένη "όσες φορές, κάθε φορά που".
»Από πού λοιπόν προκύπτει η ομαδική αυτή ψυχολογική αντίδραση η οποία εκφράζεται με την ομαδική επανάληψη της λέξης συνοδεία ισχυρού γέλωτος; Είναι η μόνη λέξη που το προκαλεί. Μία λέξη που μεταφράζεται στην καθομιλουμένη με δύο ή τρεις λέξεις. Όμοια με τον αρχαιοελληνικό της τύπο. Και η σημασία της; Κάτι επαναλαμβανόμενο. Κάτι που δεν συμβαίνει άπαξ. Εδώ θα πρέπει να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον του ψυχολόγου», είπε και ζήτησε να εξετάσει μερικές από τις μαθήτριες. Ζήτησε να παρευρεθεί και στην τάξη την ώρα του μαθήματος και να γίνει μάρτυρας του συμβάντος αποκτώντας και ο ίδιος προσωπική αντίληψη του ψυχολογικού κλίματος.
« Ὁσάκις ...» είπε ο καθηγητής και δεν μπόρεσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τη φράση του.
«Ναι! ... Ναι! ... Ο Σάκης ... Ο Σάκης...» και το ομαδικό γέλιο στη διαπασών.
Ο ψυχολόγος κοιτούσε προσεχτικά όσα πρόσωπα μπορούσε να πιάσει το μάτι του. Είχε συγκεντρωθεί σʼ αυτό το κοίταγμα σκύβοντας λίγο και λοξεύοντας το κεφάλι του, μαζεύοντας τους ώμους, κατασκοπεύοντας όσο μπορούσε καλύτερα.
Όταν ησύχασαν υπό τους ήχους των χτυπημάτων της έδρας από τον φιλόλογο, ζήτησε την άδεια να κάνει μια ερώτηση στα κορίτσια.
«Τι σημαίνει για σας, κορίτσια μου, το "ὁσάκις"; »
Δεν πρόλαβε να πει άλλη λέξη. Οι ιαχές αποκάτω τον έκοψαν.
«Ο ... Σάκης ... Ο ... Σάκης ... Ο ... Σάκης ...» Τώρα δεν γελούσαν μόνο, αλλά χτυπούσαν και τα θρανία με τα χέρια τους.
Ο ψυχολόγος είχε ενθουσιαστεί. «Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ ... Μπορείτε να συνεχίσετε», είπε και στον καθηγητή και τον διαβεβαίωσε πως στο πρώτο Συνέδριο Ψυχολογίας που θα γινόταν πολύ σύντομα θα είχε μια σπουδαία εισήγηση για το θέμα του « Ὁσάκις» και ήταν σχεδόν βέβαιος πως θα προκαλούσε μεγάλη συζήτηση η οποία πιθανότατα θα κατέληγε σε μια επίσημη ψυχολογική εξήγηση του φαινομένου. Η παρουσία του μέσα στην τάξη είχε προσθέσει δύο ακόμα σημαντικά στοιχεία. Επρόκειτο για μαθήτριες μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και η αντιφώνηση του « Ὁσάκις» γινόταν με μία παραλλαγή. Ένα ελάχιστο μα σημαντικό ξεχώρισμα του «Ο» από το «σάκις» που δεν μπορεί να μην είχε τη βαθύτερη υποσυνείδητη βάση του.