Ο εθελοντισμός και ο συνδικαλισμός είναι δύο έννοιες που, παρά τις διαφορετικές τους μορφές, συναντώνται σε ένα κοινό σημείο: την προσφορά και την υπηρεσία προς το κοινό καλό.
Για να υπηρετήσει κάποιος έναν συλλογικό σκοπό, χρειάζεται πρώτα να τον πιστεύει.
Χρειάζεται να διαθέτει χρόνο, να έχει όραμα, να συνεργάζεται και να είναι διατεθειμένος να αναλάβει ευθύνες, χωρίς να περιμένει προσωπικό όφελος.
Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της συμμετοχής.
Ο εθελοντισμός δεν μπορεί να στηρίζεται στην ανταπόδοση, και ο συνδικαλισμός δεν μπορεί να μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση, σε μέσο προβολής ή σε διαδικασία καταμέτρησης ψήφων.
Όταν η συλλογική δράση απομακρύνεται από τον σκοπό της και μετατρέπεται σε πεδίο προσωπικών επιδιώξεων, τότε χάνει σταδιακά την ουσία της.
Και εδώ βρίσκεται μια μεγάλη πρόκληση για κάθε συλλογικό χώρο.
Η αξιοπιστία δεν κερδίζεται με τίτλους, θέσεις και δημόσιες εμφανίσεις.
Κερδίζεται με συνέπεια, δουλειά και αποτέλεσμα.
Η εμπιστοσύνη δεν απαιτείται· χτίζεται.
Παράλληλα, ένα υγιές συλλογικό περιβάλλον πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί κάθε άνθρωπο που θέλει πραγματικά να προσφέρει.
Γιατί όταν η συμμετοχή αποθαρρύνεται, όταν η προσπάθεια δεν αναγνωρίζεται ή όταν δημιουργούνται κλειστοί κύκλοι, το κόστος δεν είναι προσωπικό.
Το κόστος είναι συλλογικό.
Ο εθελοντισμός και ο συνδικαλισμός χρειάζονται ανθρώπους που να μπορούν να συνεργάζονται, να διαφωνούν... με σεβασμό, να αναζητούν τη σύνθεση και να βάζουν τον κοινό σκοπό πάνω από το προσωπικό συμφέρον.
Χρειάζονται όραμα, πίστη, υπομονή, θυσίες και κυρίως ανιδιοτέλεια.
Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι ποιος είχε τον τίτλο, ποιος πήρε περισσότερες ψήφους ή ποιος ακούστηκε περισσότερο.
Αυτό που μένει είναι τι προσφέρθηκε και τι άλλαξε προς το καλύτερο.