
Μέσα στην τούρλα του καλοκαιριού – τέλη Ιουλίου - ίσως σε πολλούς να πέρασε απαρατήρητη η κοινή ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ και των τεχνικών των αθηναϊκών μέσων ενημέρωσης, για τον Γιώργο Καλλιακμάνη. Η οποία όμως θεωρώ πως χρήζει σίγουρα περαιτέρω ανάλυσης κι ενδιαφέροντος, μια και ταιριάζει γάντι σε αντίστοιχα φαινόμενα που δυστυχώς αντιμετωπίζουμε συχνότατα και στη Λέσβο (όπως και σ’ όλη την ελληνική ύπαιθρο), από ερασιτέχνες λογής - λογής που αίφνης ενδύονται το μανδύα του επαγγελματία δημοσιογράφου.
Θα ξεκινήσω από ένα παράδειγμα για να επισημάνω το σημαίνοντα ρόλο του επαγγελματισμού σε κάθε δουλειά, ακόμη και στην πιο θεωρητικά απλή κι εύκολη. Πόσο μάλλον στην ενημέρωση από επαγγελματίες δημοσιογράφους. Όταν λοιπόν το μικρό μου παιδί έκανε το μεταπτυχιακό του, πήγε να δουλέψει σε μια μεγάλη καφετέρια στο Μοναστηράκι, απ’ αυτές που ολημερίς κι ολονυχτίς είναι πλημμυρισμένες από κόσμο.
Η αγγελία που τον παρακίνησε μιλούσε για μια απ’ τις πολλές θέσεις βοηθών σερβιτόρου, τις οποίες η επιχείρηση ήθελε να καλύψει. Με λίγα λόγια τα καθήκοντά του περιορίζονταν αποκλειστικά στην τοποθέτηση νεροπότηρων και μιας κανάτας με νερό, σε κάθε τραπέζι που θα κάθονταν πελάτες και στο μάζεμά τους όταν έφευγαν κι άδειαζε το τραπέζι.
Δεν τον ρώτησαν καν αν μιλάει αγγλικά, διότι δεν θα έρχονταν σε καμιά επαφή λεκτική με τους πελάτες. Τον ρώτησαν όμως αν έχει εμπειρία κι αν έχει ξαναδουλέψει ως σερβιτόρος, γιατί δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν μια τέτοια θέση σε έναν ερασιτέχνη, σ’ έναν χομπίστα. Σε κάποιον δηλαδή που ασχολείται με μια δραστηριότητα για ευχαρίστηση κι όχι ως επάγγελμα, όπως αποδίδει τον όρο το λεξικό.
Στην ελληνική καθομιλουμένη και τη λαϊκή κουλτούρα, ο όρος μετά και την εμβληματική ταινία «Φτηνά Τσιγάρα» με τον Ρένο Χαραλαμπίδη, απέκτησε και μια πιο διευρυμένη φιλοσοφική έννοια, όπως συνεχίζει το λεξικό, αφού πλέον στην αργκό είθισται ως χομπίστας να περιγράφεται και η στάση ζωής του χαλαρού, ξέγνοιαστου και μποέμ ανθρώπου που δεν πιέζεται από βιοποριστικά άγχη.
Στα δικά μας όμως, για αυτό και αντέγραψα πλήρως την ετυμολογία, ακριβώς για αυτά τα βιοποριστικά άγχη ή όποιες άλλες σκοπιμότητες κατά περίπτωση εξυπηρετούνται, κάποιοι επιλέγουν να γίνουν χομπίστες δημοσιογράφοι.
Και μπορεί η ΕΣΗΕΑ να καταγγέλλει «το κλιμακούμενο φαινόμενο της σύγχυσης ρόλων στα Μέσα Ενημέρωσης, το οποίο αντίκειται στις αρχές της δεοντολογίας και μπορεί να οδηγήσει σε παραπλάνηση του κοινού», όμως αυτή η πρακτική, ερασιτέχνες να εμφανίζονται ως επαγγελματίες δημοσιογράφοι, εκτείνεται πολύ περισσότερο της σύγχυσης.
Φτάνει τα όρια της εξαπάτησης και μάλιστα της σκοπούμενης εξαπάτησης του κοινού.
Κύριε μου, αν είσαι συνταξιούχος αστυνομικός (όπως εν προκειμένω ο Γιώργος Καλλιακμάνης που προσωπικά μού είναι και ιδιαίτερα συμπαθής, όχι φυσικά ως ρεπόρτερ), λογιστής, τραπεζικός, φιλόλογος, γεωπόνος, μουσικός, εκπαιδευτικός ή ό,τι άλλο σπούδασες ή έμαθες εμπειρικά για να βιοπορίζεσαι, δεν μπορείς, και κυρίως δεν δικαιούσαι να πλασάρεσαι ψευδώς ως δημοσιογράφος.
Και να βγάζεις και το ψωμάκι σου, ή πιο ακριβέστερα, κάποιες φορές το μελωμένο παντεσπάνι σου, απ’ τη δημοσιογραφία. Γιατί αν δεν είσαι επαγγελματίας, δεν διέπεσαι από κανένα κανόνα δεοντολογίας, και συνδικαλιστικά πλαίσια, οπότε και ανερυθρίαστα κάνεις παιχνίδι.
Συχνά υπόγειο, βρώμικο, συναλλαγής. Εκβιάζεις, παζαρεύεις, κινείσαι με εμπάθεια και ταπεινά κίνητρα. Θάβεις και στέλνεις στο πυρ το εξώτερο όποιον δεν σε πληρώνει αδρά. Κι εντέλει κόβεις και το μεροκάματο των ίδιων των δημοσιογράφων, πλουτίζοντας ανέξοδα με τη δουλειά τους.
Δεν δικαιούσαι να κλέβεις τον κόπο τους, γιατί η κατάσταση πλέον έχει εκτραχυνθεί με την τεχνητή νοημοσύνη, και να επιβιώνεις παρασιτικά εις βάρος των επαγγελματιών δημοσιογράφων.Οι οποίοι τρέχουν, διασταυρώνουν, εργάζονται όπως έμαθαν, για να πάρεις την είδηση και τη φωτογραφία τους, να τα αλλάξεις (μέσα σε δυο λεπτά μέσω ΑΙ) και να τα παρουσιάσεις ως δικά σου.
«Η πρακτική αυτή – όπως σημειώνει η ΕΣΗΕΑ ειδικά για το χώρο της τηλεόρασης - είναι απολύτως παραπλανητική, αντιδεοντολογική και μας βρίσκει εκ διαμέτρου αντίθετους. Θεωρούμε απαραίτητο να διευκρινίσουμε τη διαφορά μεταξύ μιας ανάρτησης σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) στο πλαίσιο της ’’δημοσιογραφίας των πολιτών’’» και της χρήσης αστυνομικής ή άλλης ιδιότητας, με στόχο τη δημοσιογραφική κάλυψη μιας είδησης.
Η σύγχυση των ρόλων και η παρεμπόδιση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος προσβάλλουν το δικαίωμα του κοινού στην αντικειμενική ενημέρωση.
Υπενθυμίζουμε για μιαν ακόμη φορά ότι: Ο ρεπόρτερ και ο εικονολήπτης καλύπτουν τα γεγονότα και την εξέλιξή τους, ο ειδικός συντάκτης τα αναλύει, ενώ στη συνέχεια παρεμβαίνουν και επαγγελματίες του χώρου, όπως αναλυτές ή ειδικοί επιστήμονες, για να παρουσιάσουν τις διαφορετικές παραμέτρους του θέματος. Αποτελεί χρέος όλων μας η τήρηση της διάκρισης των ρόλων ως εγγύηση της δημοκρατικής και πλουραλιστικής ενημέρωσης.
Καλούμε τους Διευθυντές των τηλεοπτικών σταθμών να φροντίσουν ώστε να εγκαταλειφθεί αυτή η παραπλανητική για το κοινό τακτική».
Προσωπικά καλώ το κοινό να έχει ανοιχτές τις κεραίες του και να επιλέγει να ενημερώνεται από τους επαγγελματίες κι όχι από τυχοδιώκτες και τυχάρπαστους χομπίστες, που λειτουργούν δίχως κανόνες κι έχουν εισβάλλει στο χώρο της δημοσιογραφίας, αποκλειστικά και μόνο με ιδιοτελείς σκοπούς.
Είτε οικονομικούς, είτε πολιτικούς, είτε – γιατί υπάρχουν κι αυτοί – προσωπικής προβολής. Θα τους ξεχωρίσεις εύκολα απ’ την επιλογή τους να στοχοποιούν όποιον δεν υποκύπτει στις απαιτήσεις τους. Λόγου χάρη δεν μπορεί ένας αιρετός, ό,τι κι αν κάνει ένα συγκεκριμένο μέσο να τον πυροβολεί αδιακρίτως. Σκεφτείτε, σίγουρα κάτι υποβόσκει πίσω απ’ το ανελέητο χτύπημα.
Ειλικρινά, έλεος πια με τους χομπίστες δημοσιογράφους. Έλεος και με τα κόμπλεξ τους ή ό,τι άλλο τους έχει οδηγήσει να παριστάνουν κάτι που δεν είναι.