
Στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου παραμένει, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα–πολεοδόμο Ηρακλή Πιτσιλαδή, η εκκρεμότητα για το επόμενο βήμα της Νότιας Παράκαμψης Μυτιλήνης. Μιλώντας στον Θράσο Αβραάμ, το ενεργό μέλος της πρωτοβουλίας για την προώθηση του έργου ανέφερε ότι τα επικαιροποιημένα στοιχεία της μελέτης έχουν αποσταλεί από τις 5 Δεκεμβρίου 2025, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη έγκρισή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Η παρέμβασή του επεκτάθηκε στον σχεδιασμό των υποδομών της Λέσβου, με έντονη κριτική στην προοπτική κατασκευής του δρόμου Μελίντα–Βατερά και στη σκοπιμότητα του φράγματος Τσικνιά. Κοινός άξονας των τοποθετήσεών του ήταν η ανάγκη τα έργα να απαντούν σε τεκμηριωμένες ανάγκες, να προστατεύουν το φυσικό περιβάλλον και να συμβάλλουν στη διατήρηση της ζωής και της παραγωγής στην ύπαιθρο.
Η έγκριση που κρατά πίσω τη Νότια Παράκαμψη
Περιγράφοντας το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, ο κ. Πιτσιλαδής υποστήριξε ότι η μελετητική ομάδα έχει ολοκληρώσει την επικαιροποίηση που της είχε ζητηθεί και έχει παραδώσει το σχετικό υλικό στην Περιφέρεια. Η εκκρεμότητα, όπως εξήγησε, αφορά πλέον την εξέτασή του και την έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία.
Ο ίδιος συνέδεσε την καθυστέρηση με την έλλειψη προσωπικού στο συγκεκριμένο τμήμα, αποδίδοντας παράλληλα ευθύνη στην πολιτική ηγεσία της Περιφέρειας. Κατά την εκτίμησή του, εφόσον το έργο αποτελούσε ουσιαστική προτεραιότητα, θα έπρεπε να αναζητηθεί τρόπος κάλυψης των υπηρεσιακών κενών ώστε να προχωρήσει η διαδικασία.
Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε από τον Περιφερειάρχη να μεριμνήσει για την επίσπευση της έγκρισης, προκειμένου το έργο να περάσει στο επόμενο στάδιο.
Μικρές αλλαγές, χωρίς ανατροπή της χάραξης
Ο κ. Πιτσιλαδής υπενθύμισε ότι είχαν προηγηθεί αντιδράσεις πολιτών για τις επιπτώσεις της χάραξης σε κτήματα, οικόπεδα και κατοικίες. Ακολούθησαν συζητήσεις της Περιφέρειας με το αρμόδιο υπουργείο, με αντικείμενο τη δυνατότητα περιορισμένων παρεμβάσεων που θα μείωναν την επιβάρυνση των ιδιοκτησιών.
Σύμφωνα με την περιγραφή του, η κατεύθυνση που είχε δοθεί ήταν να εξεταστούν μικρές τροποποιήσεις, χωρίς να αναιρείται η συνολική χάραξη του δρόμου. Για να καταστεί αυτό δυνατό, ανατέθηκε στο γραφείο της αρχικής μελέτης η επικαιροποίηση των κτηματολογικών στοιχείων.
Όπως διευκρίνισε, μετά την έγκριση του επικαιροποιημένου υλικού, η Περιφέρεια θα πρέπει να καθορίσει τις επιμέρους αλλαγές που μπορούν να γίνουν. Θα ακολουθήσουν οι υπόλοιπες απαιτούμενες διαδικασίες για την προώθηση του έργου προς δημοπράτηση και υλοποίηση.
Ο ίδιος επέμεινε στον περιορισμένο χαρακτήρα των παρεμβάσεων, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση αφορά προσαρμογές της υπάρχουσας χάραξης.
«Καταστροφικός για το περιβάλλον» ο δρόμος Μελίντα–Βατερά
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στην προοπτική κατασκευής του δρόμου Μελίντα–Βατερά, τον οποίο χαρακτήρισε «καταστροφικό» για το περιβάλλον.
Κατά την άποψή του, η διέλευση από το έντονο ορεινό ανάγλυφο της περιοχής θα απαιτούσε μεγάλης κλίμακας τεχνικές παρεμβάσεις και ιδιαίτερα υψηλές δαπάνες, με σοβαρές συνέπειες για ένα τοπίο που θεωρεί σπάνιο. Αναφέρθηκε ειδικότερα στις απότομες πλαγιές και στην περιοχή της Παναγίας Κρυφτής, εκφράζοντας την ανησυχία ότι οι αναγκαίες τομές στα βουνά θα αλλοίωναν τον χαρακτήρα της νότιας ακτογραμμής.
Αμφισβήτησε, παράλληλα, το επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη σύνδεση θα ενισχύσει κατ’ ανάγκη τον τουρισμό. Όπως υποστήριξε, η ελκυστικότητα της Λέσβου συνδέεται με την ιδιαιτερότητα του τοπίου, τα χωριά και την επαφή των επισκεπτών με τους ανθρώπους του νησιού. Η προστασία αυτών των χαρακτηριστικών αποτελεί, κατά τον ίδιο, ουσιαστική προϋπόθεση της τουριστικής ανάπτυξης.
Η εναλλακτική διαδρομή μέσα από τα χωριά
Ως εναλλακτική ανέδειξε τη σύνδεση Πλωμαρίου–Αμπελικού–Σταυρού–Βατερών, κάνοντας θετική αναφορά στο έργο της Περιφέρειας για το τμήμα Αμπελικό–Σταυρός.
Η ολοκλήρωση αυτής της διαδρομής, σύμφωνα με τον κ. Πιτσιλαδή, μπορεί να εξυπηρετήσει τη σύνδεση των περιοχών, περνώντας από όμορφα χωριά που αντιμετωπίζουν πληθυσμιακή υποχώρηση και έχουν ανάγκη από επισκεψιμότητα και οικονομική δραστηριότητα.
Εκτίμησε ότι η διαφορά στον χρόνο μετακίνησης θα μπορούσε να περιορίζεται στα 15 έως 20 λεπτά σε σχέση με μια απευθείας σύνδεση. Με βάση αυτή την εκτίμηση, έθεσε το ερώτημα εάν δικαιολογούνται το κόστος και η περιβαλλοντική επιβάρυνση ενός νέου δρόμου, όταν μπορεί να αξιοποιηθεί μια διαδρομή που ταυτόχρονα στηρίζει την ενδοχώρα.
Ερωτήματα για το κόστος και την αναγκαιότητα του φράγματος Τσικνιά
Αντίστοιχα αιχμηρή ήταν η τοποθέτησή του για το φράγμα Τσικνιά. Με αφορμή την αναφορά στην έναρξη των εργασιών, έθεσε ερωτήματα για τον χρόνο ολοκλήρωσης, το τελικό κόστος και το όφελος που θα προκύψει για την υδροδότηση.
Ο κ. Πιτσιλαδής υποστήριξε ότι προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην αντιμετώπιση των απωλειών των υφιστάμενων δικτύων. Επικαλούμενος στοιχεία που, όπως είπε, περιλαμβάνονται στη μελέτη του φράγματος, έκανε λόγο για απώλειες της τάξης του 30% έως 40% στον παλαιό βασικό αγωγό τροφοδοσίας της Μυτιλήνης.
Κατά την εκτίμησή του, η ανακατασκευή του αγωγού και ο περιορισμός των διαρροών μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τις διαθέσιμες ποσότητες νερού. Ανέφερε, μάλιστα, ότι έχει πληροφορηθεί πως έχουν ξεκινήσει σχετικές ενέργειες από τον Δήμο.
Η πληθυσμιακή συγκέντρωση και η εγκατάλειψη της υπαίθρου
Ο προβληματισμός του επεκτάθηκε στις πληθυσμιακές παραδοχές του σχεδιασμού. Όπως ανέφερε, στη μελέτη περιλαμβάνεται σενάριο αύξησης του πληθυσμού της Μυτιλήνης στους 55.000 κατοίκους, εξέλιξη την οποία συνέδεσε με τον κίνδυνο περαιτέρω εγκατάλειψης των χωριών.
Υποστήριξε ότι μια τέτοια συγκέντρωση θα μπορούσε να προέλθει από μετακινήσεις κατοίκων από το εσωτερικό της Λέσβου, με συνέπειες για την αγροτική παραγωγή και τη βιωσιμότητα της υπαίθρου. Κατά τον ίδιο, ο σχεδιασμός των υποδομών οφείλει να υπηρετεί και τον στόχο της συγκράτησης του πληθυσμού στους οικισμούς του νησιού.
Παράλληλα, επικαλούμενος τη Διεύθυνση Υδάτων Αιγαίου, υποστήριξε ότι τα εντοπισμένα ελλείμματα αφορούν κυρίως την περιοχή Πολιχνίτου, Βασιλικών και Λισβορίου. Ανέφερε ότι μια εναλλακτική πρόταση ήταν η δημιουργία μικρότερου φράγματος στην περιοχή αυτή, ενώ, κατά τα λεγόμενά του, ο σχεδιασμός του Τσικνιά δεν καλύπτει τη συγκεκριμένη ζώνη.
Κλείνοντας, άσκησε συνολική κριτική στον τρόπο επιλογής των μεγάλων έργων, υποστηρίζοντας ότι οι προτεραιότητες επηρεάζονται από πολιτικές επιδιώξεις και εργολαβικά συμφέροντα. Αντιπρότεινε έναν σχεδιασμό που θα ξεκινά από την καταγραφή των αναγκών, θα εξετάζει τις εναλλακτικές λύσεις και θα συνδέει τις υποδομές με τη στήριξη της παραγωγής και της ζωής σε ολόκληρη τη Λέσβο.