
Η ακόλουθη κριτική προσέγγιση είναι οξεία, πλην όμως απολύτως αναγκαία. Συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός ότι η σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα στην πατρίδα μας υφίσταται μια άνευ προηγουμένου δομική μετάλλαξη.
Κάθε παιδαγωγική αξία και διαδικασία απογυμνώνεται από τα διαχρονικά της χαρακτηριστικά, μετατρέποντας το ουσιαστικό περιεχόμενο της Παιδείας σε μια εκπαιδευτική πολιτική εντυπωσιασμού και επιφανειακού εκσυγχρονισμού. Ένας βαθύς γνώστης της παιδαγωγικής επιστήμης μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό, παρατηρώντας τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας παρουσιάζει την δική του «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση».
Με επικοινωνιακό οίστρο προτάσσεται ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός, με τραγικό ωστόσο αποτέλεσμα τη διαρκή όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τον λειτουργικό αναλφαβητισμό μεγάλης μερίδας μαθητών και μαθητριών. Πρόκειται για μια άκρως τεχνοκρατική προσέγγιση, όπου οι έννοιες της «καινοτομίας» -«μηδείς ακαινοτόμητος εισίτω» (παραφράζω το «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω» του Πλάτωνα)- και των «εκπαιδευτικών προγραμμάτων» έχουν υποκαταστήσει πλήρως την ουσιαστική διαδικασία της διδασκαλίας και της μάθησης.
Η εν λόγω εκπαιδευτική πολιτική επαγγέλλεται μια εύκολη, ελκυστική και χρησιμοθηρική γνώση, προσανατολισμένη αποκλειστικά στις απαιτήσεις της βάρβαρης αγοράς εργασίας. Ακόμη όμως και αυτή η υπόσχεση αποτελεί μια απατηλή προθήκη. Σύμφωνα με τα πορίσματα των διεθνών ερευνών PISA, οι επιδόσεις των δεκαπεντάχρονων Ελλήνων μαθητών - μαθητριών υπολείπονται σταθερά του διεθνούς μέσου όρου στα Μαθηματικά, τις Φυσικές Επιστήμες και την κατανόηση κειμένου, με το 40% έως 50% αυτών να κατατάσσεται κάτω από το βασικό επίπεδο ικανοτήτων.
Διαμορφώνονται, ως εκ τούτου, απόφοιτοι με υψηλή ψηφιακή ευχέρεια, οι οποίοι εντούτοις αδυνατούν να αναλύσουν ένα σύνθετο κείμενο ή να αναπτύξουν δομημένη κριτική σκέψη. Η αναντιστοιχία αυτή μεταξύ της επικοινωνιακής πολιτικής ρητορείας και της σχολικής πραγματικότητας καθίσταται εμφανέστερη όταν εξετάσει κανείς τις ίδιες τις υλικοτεχνικές υποδομές.
Ενώ τα περισσότερα σχολεία έχουν εξοπλιστεί με διαδραστικούς πίνακες και ψηφιακές πλατφόρμες επόμενης γενιάς, η καθημερινότητα των σχολικών μονάδων χαρακτηρίζεται από απαρχαιωμένα κτίρια και υποχρηματοδότηση των λειτουργικών αναγκών τους. Η τεχνολογία, αντί να λειτουργεί ως οργανικό εργαλείο που διευκολύνει τη γνώση, μετατρέπεται σε ένα προπέτασμα καπνού που επιχειρεί να αποκρύψει τις χρόνιες, δομικές παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Αυτή η νέα κατεύθυνση έχει εισχωρήσει βαθύτατα στο σώμα της εκπαίδευσης, αποτελώντας μία καλοστημένη παγίδα, η οποία αποκαλύπτεται πλήρως όταν αντιπαραβληθεί με τα κορυφαία παιδαγωγικά παραδείγματα της πλούσιας ελληνικής εκπαιδευτικής ιστορίας.
Πριν από έναν σχεδόν αιώνα, κορυφαίοι παιδαγωγοί, όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Μίλτος Κουντουράς, προέτασσαν ένα «σχολείο εργασίας» το οποίο, βασιζόμενο στη ζωντανή γλώσσα και τη βιωματική μάθηση, σφυρηλατούσε ελεύθερες προσωπικότητες μαθητών και μαθητριών. Για τους κορυφαίους αυτούς παιδαγωγούς, η ΠΑΙΔΕΙΑ δεν αποτελούσε πεδίο εντυπωσιασμού, αλλά προϋπέθετε την οργανική σύνδεση του σχολείου με την κοινωνία και την πνευματική εγρήγορση των μαθητών - μαθητριών.
Δυστυχώς, στην τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα, η ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική συνιστά την πλέον περίτρανη επιβεβαίωση ποιοτικής αλλοίωσης της Παιδείας: ένα σχολείο που διαμορφώνει παθητικούς χρήστες της οθόνης και αναλώσιμους εργαζομένους – «μορφωμένους αγράμματους», με καλαίσθητο αλλά κενό περιεχομένου περιτύλιγμα.