
Τέτοιες μέρες, επετειακές της πατρίδας μας, της αντίστασης σε εισβολείς φασίστες, ναζιστές αλλά των δίσεκτων χρόνων της δικτατορίας, οφείλουμε να θυμόμαστε και να αναφέρουμε κάποιους συνανθρώπους μας που είναι προσωποποίηση της λέξης συνεισφορά και αγώνας. Είναι γείτονές μας, τους συναντάμε στον δρόμο, στην αγορά στο καφενείο και νομίζουμε ότι είναι άλλος ένας συμπολίτης μας.
Αυτή την εικόνα δείχνει και σου δίνει (τώρα πια στη μνήμη μας) ο κυρ Γιώργης όταν τον συναντήσεις στη λαϊκή πίσω από τον πάγκο, να βοηθά συγγενή του στην πώληση λαχανικών. Γελαστός, καλομίλητος να παρουσιάζει τα κηπευτικά σαν να είναι σε συνέντευξη: «γλυκά τα κουκιά, ζουμερές όλο ζάχαρη οι τομάτες, μέλια τα πεπόνια». Περασμένα τα ογδόντα πέντε χρόνια δεν κάθεται να χαρεί τα εγγόνια και την όποια σύνταξή του, παρά είναι στο χρέος. Μέχρι να βγει στη σύνταξη και πού δε δούλεψε. Τσαγκάρης, πραματευτής στα χωριά του νησιού (τότε που διαλαλούσαν το εμπόρευμά πόρτα πόρτα και χωριό χωριό). Κατόπιν ζαχαροπλάστης, εργάτης σε αλευροποιείο αλλά και στο εργοστάσιο της Πίτσος. Άνθρωπος της βιοπάλης σ’ όλα του τα χρόνια. Κι όταν δυσκόλεψαν τα πράγματα εδώ πήγε μετανάστης, από το 1972 έως το 1984, στην Ελβετία. Με την επιστροφή του συνέχισε να δουλεύει ως τραυματιοφορέας στο Νοσοκομείο της Μυτιλήνης από το 1986 μέχρι το 2006, τη χρονιά που πήρε σύνταξη.
Αλλά εκτός από τη ζήση υπάρχει κι η κοινωνία. Έτσι ο νεαρός Γιώργης βρίσκεται στη μεταπολεμική ΕΠΟΝ, ακολουθεί η νεολαία της ΕΔΑ. Τα χρόνια της χούντας δρα στην Ελβετία, εντάσσεται στο ΚΚΕ εσωτερικού και συνεχίζει μέχρι τα σήμερα στον Συνασπισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ.
Οι συμμετοχές αυτές, που είναι κομματικές και πολιτικές, δεν είναι το όριο του κυρ – Γιώργη. Όπου υπάρχει ανάγκη, κάποιοι χρειάζονται υποστήριξη, όσο μπορεί συμβάλλει. Απ’ το 2015 απλώνει το χέρι σε πρόσφυγες και μετανάστες. Συμμετέχει σε οργανώσεις που βοηθάνε συνανθρώπους· στη «Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο», στην «Αλληλεγγύη για όλους», όπου συγκεντρώνουν ρουχισμό, παπούτσια, κάλτσες, τρόφιμα, παιδικές τροφές. Το μικρό αυτοκίνητό του ήταν περιφερόμενη αποθήκη αγαθών. Έτρεχε απ’ τα χαράματα σε δρόμους, παραλίες, όπου υπήρχε ανάγκη, άπλωνε το γεμάτο χέρι του.
Κι αν αυτή η δραστηριότητα είναι πρόσκαιρη, δημιούργημα των διεθνών συνθηκών, η υποστήριξη σε ανθρώπους του χωριού, που έχουν ανάγκη, είναι διαχρονική. Προσπαθεί και βρίσκει ρούχα και τρόφιμα για να τα προσφέρει. Κι επειδή ίσως αυτό να μην αρκεί, για εκείνον, πιάνει τη σκούπα, το φαράσι και τη βούρτσα με τον ασβέστη και φροντίζει το χωριό του, τους Ταξιάρχες της Λέσβου.
Κυρ Γιώργη Ζέρβα, αγαπητέ Γιώργη, επίτρεψε να σε θεωρούμε σύντροφο, πατέρα μας. Θα θυμόμαστε τις ώρες, τις μέρες που συναντηθήκαμε, που πορευτήκαμε συμβάλλοντας για το καλύτερο μέλλον.
Καλό κατευόδιο.
Αριστείδης Καλάργαλης