
Ένα από τα ειδεχθή εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας υπήρξε και η μετατροπή των πολιτών της σε συνενόχους της θηριωδίας. Μια κοινωνία με παθολογική σχεδόν έμφαση στην κοινωνική ευταξία και συνοχή, συναίνεσε στα εγκλήματα και καθησύχασε τον εαυτό της αρνούμενη την πραγματικότητα της φρίκης.
Οι πολίτες του Ισραήλ, επί δεκαετίες επικαλούνταν άγνοια για τους βασανισμούς και τις θανατώσεις Παλαιστινίων στις φυλακές ή για το μένος των εποίκων. Η συναίνεση ξεκίνησε κι εκεί μέσω της άρνησης της ίδιας της πραγματικότητας, για να καταλήξει πλέον στην ηθική παρακμή πολιτών που εμποδίζουν την αποστολή τροφίμων και φαρμάκων, αποδέχονται χιλιάδες παιδικά πτώματα και αναζητούν νέες «τελικές λύσεις» ακόμα και με τη χρήση πυρηνικών.
Οι ανακοινώσεις του Λιμενικού Σώματος διατηρούν για τους θιασώτες της κοινωνικής συναίνεσης μια επίφαση κανονικότητας. Όμως, τα επίσημα αφηγήματα πλέον δεν έχουν ούτε μια στοιχειώδη επίκληση αληθοφάνειας. Προσφέρονται περισσότερο ως επίδειξη της δυνατότητας της εξουσίας να ορίσει με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί την οποιαδήποτε κατάσταση. «Επικίνδυνοι ελιγμοί και απόπειρα διεμβολισμού του σκάφους του Λιμενικού…» από ένα φουσκωτό καρυδότσουφλο φορτωμένο με 20 άτομα και μια μηχανή 15 ίππων. Είναι προφανές πως δεν υπάρχει άνθρωπος με σώας τα φρένας που θα μπορούσε σοβαρά να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.
Τι σημαίνει όμως για το νησί της Λέσβου αυτή η εξοργιστική κανονικότητα; Για όσους επιθυμούν να βρίσκονται δίπλα στις κυρίαρχες ομάδες και τα κυρίαρχα αφηγήματα, οι αρχικές ιστορικές αναφορές που κάναμε ας λειτουργήσουν ως υπενθύμιση για τον τραγικό προορισμό που τους επιφυλάσσει η διαρκής συναίνεση. Για τους υπολοίπους; Η ιδέα πως η έκφραση αλληλεγγύης στους πρόσφυγες μας γλιτώνει από την πρακτική και τις συνέπειες της άρνησης είναι απολύτως λανθασμένη.
Δύο αρνήσεις ταλανίζουν ακόμα και σήμερα τον κόσμο στη Λέσβο που αντιστέκεται στη φρίκη του προσφυγικού ζητήματος. Η πρώτη αφορά την έκβαση της τοπικής σύγκρουσης με την Ακροδεξιά που ξεκινάει επίσημα το 2018 με το πογκρόμ στην Πλατεία Σαπφούς και κορυφώνεται το 2019 με τους εμπρησμούς προσφυγικών δομών και τη βίαιη στοχοποίηση των εργαζομένων σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Η επιβολή της καραντίνας λόγω COVID λειτουργεί ως μια υποχρεωτική ανακωχή, αλλά η σύγκρουση έχει ξεκάθαρο αποτέλεσμα, με τους ακροδεξιούς να επικρατούν κατά κράτος στο νησί. Η άρνηση της συγκεκριμένης έκβασης περιθωριοποιεί τη συζήτηση για τα στρατηγικά λάθη των αλληλέγγυων και στερεί από κοινωνικές ομάδες σε όλη τη χώρα τα πολύτιμα διδάγματα της αποτυχίας.
Και αυτό γιατί η επικράτηση των ντόπιων ακροδεξιών δεν αφορά τον ανταγωνισμό δύο εγχώριων πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων. Έχει να κάνει με τη δυνατότητα παροχής προστασίας και αλληλεγγύης σε μια ακραία στοχοποιημένη και ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Στην τελευταία έρευνα[1] που πραγματοποιήσαμε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου εξετάστηκαν οι θέσεις των ίδιων των προσφύγων αναφορικά με την επάρκεια της εκφραζόμενης αλληλεγγύης στο νησί. Οι συνεντεύξεις ανέδειξαν πως απέναντι στους ξενόφοβους και στην αστυνομική αυθαιρεσία, που ασκούσαν αδιανόητα ισχυρές πιέσεις, οι δράσεις των αλληλέγγυων χαρακτηρίστηκαν από καταφανή αναποτελεσματικότητα, αγνοώντας συχνά ακόμα και τη φύση των κινδύνων που οι πρόσφυγες αντιμετώπιζαν από αυτό το διπλό μέτωπο.
Η άρνηση στη Λέσβο παίρνει όμως και μια δεύτερη μορφή. Σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι του αλληλέγγυου χώρου έχει επικρατήσει μια τάση προσέγγισης του προσφυγικού ζητήματος σχεδόν αποκλειστικά με όρους πολιτικής οικονομίας, με τις στοχεύσεις και τους ανταγωνισμούς του διεθνούς κεφαλαίου να βρίσκονται στην πρωτοκαθεδρία. Ακόμα και οι επαγγελματίες κοινωνιολόγοι, που εξ αντικειμένου συνδέουμε συνεχώς το μάκρο- με το μίκρο- επίπεδο, στεκόμαστε απορημένοι μπροστά σε πολιτικές ανακοινώσεις και παρεμβάσεις που εξετάζουν τις δολοφονίες με όρους συνεπειών του διεθνούς καπιταλισμού. Προφανώς και η πλαισίωση αυτή έχει μεγάλη σημασία, αλλά οι νεκροί των τελευταίων ημερών, μεταξύ των οποίων κι ένα βρέφος, δεν σκοτώθηκαν από τα αλυσοπρίονα του Μιλέι και του Μασκ.
Ακόμα κι αν η σύνδεση φαντάζει λογική μετά από δύο ή τρεις κρίκους μιας νοητικής αλυσίδας, για πάρα πολλούς συνανθρώπους μας το τελευταίο πράγμα που είδαν στη ζωή τους ήταν ένα σκάφος με άντρες του Λιμενικού. Και αυτή την άβολη αλήθεια δεν μπορεί πλέον – στην καλύτερη των περιπτώσεων – απλώς να την ψελλίζουμε δειλά. Οι δολοφονίες έχουν και φυσικούς αυτουργούς, και αν κάτι κέρδισε η ανθρωπότητα από τη Δίκη της Νυρεμβέργης είναι ότι η υπακοή στις εντολές δεν απεμπολεί την ευθύνη ούτε σε ηθικό ούτε σε νομικό επίπεδο.
Ότι σήμερα το «επιχειρησιακό πλαίσιο» των «επαναπροωθήσεων», περιλαμβάνει απαγωγές, βάναυση μεταχείριση και συχνά το θάνατο προσφύγων και μεταναστών, δεν είναι κάτι που πρέπει να υποβαθμίζεται σε σημασία στο όνομα του πολιτικού σχεδιασμού ή μιας υποτιθέμενης γενικής πολιτικής ευθύνης. Αντιθέτως, τα εγκλήματα αλλά και οι θύτες τους οφείλουν να τοποθετηθούν στη θέση που τους αναλογεί στον αντιπαραθετικό και διεκδικητικό λόγο. Η σιωπή, οι υπεκφυγές και η ατιμωρησία αποθρασύνουν όσους έπειτα από τόσα χρόνια «αποτρεπτικών επιχειρήσεων» έχουν πλέον εθιστεί στη λογική της παραδειγματικής βίας.
Για όσες και όσους ασχολούνται με το προσφυγικό ζήτημα στη χώρα και διεθνώς, η Λέσβος αποτελεί ένα ιδιότυπο εργαστήρι, όπου οι συγκρούσεις, οι αντιφάσεις και τα αδιέξοδα συμπυκνώνονται σε ένα μικρό γεωγραφικό χώρο. Η παραδοχή και διατύπωση, με τρόπο ρητό και σαφή, όσων συμβαίνουν πραγματικά στη Λέσβο δεν αποτελεί μομφή για τον τόπο μας, αλλά οφειλή στην ιστορία του και χρέος σε όσες και όσους αντιστέκονται στο αντιμεταναστευτικό μένος σε άλλες γωνιές της χώρας και του κόσμου.
*Ο Νίκος Ξυπολυτάς είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου
[1] Νίκος Ξυπολυτάς, Μιχάλης Πουλημάς, Νίκος Σερντεδάκις, Μιχάλης Ψημίτης (2025) Το Προσφυγικό Ζήτημα ως Διακύβευμα Κοινωνικών Συγκρούσεων στην Ελλάδα. Αθήνα: Νήσος