× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Γυναικοκτονία: Ένας αναγκαίος όρος

Γράφει η ΜΑΡΙΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗ Διδακτόρισσα του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Από το NEWSROOM Δημοσίευση 23/9/2026

Γυναικοκτονία: Ένας αναγκαίος όρος
' χρόνος ανάγνωσης

Προσθέστε το Νησί στις αναζητήσεις σας

Add stonisi.gr on Google ↗

Μόλις πριν από λίγες ημέρες, μια 25χρονη γυναίκα έχασε τη ζωή της στην Ηγουμενίτσα. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, η νεαρή γυναίκα δέχθηκε πολλαπλές, και πισώπλατες,μαχαιριές και κατέληξε νεκρή. Ο πρώην σύντροφός της, ο οποίος αρχικά φέρεται να υποστήριξε ότι είχαν δεχθεί επίθεση από αγνώστους, στη συνέχεια ομολόγησε ότι εκείνος τη δολοφόνησε. Οι Αρχές διερευνούν τις συνθήκες και το κίνητρο της πράξης.

Η υπόθεση πήρε αμέσως τη θέση της στον δημόσιο λόγο ως ακόμη μια «γυναικοκτονία». Και εδώ ακριβώς επιστρέφει ένα ερώτημα που, όσο κι αν έχει συζητηθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει, σε μια μερίδα τουλάχιστον της κοινωνίας, ανοιχτό: τι ακριβώς εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη;

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφό της, η συζήτηση επανέρχεται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο. Πέρα από την αναζήτηση των αιτίων και των ευθυνών, τίθεται ένα ευρύτερο ερώτημα: πρόκειται για μία ακόμη ανθρωποκτονία ή για γυναικοκτονία; Είναι η διαφορά μόνο θέμα ορολογίας ή ο συγκεκριμένος όρος περιγράφει ένα ιδιαίτερο κοινωνικό φαινόμενο;

Η πρόσφατη υπόθεση της Ηγουμενίτσας κάνει το ερώτημα ακόμη πιο επίκαιρο. Από τη μία πλευρά, η σχέση θύματος και δράστη, το γεγονός ότι επρόκειτο για πρώην συντρόφους και η μέχρι τώρα εικόνα της υπόθεσης εντάσσονται σε ένα μοτίβο που έχει απασχολήσει εκτενώς την εγκληματολογική έρευνα. Από την άλλη, το ίδιο το κίνητρο δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Και ακριβώς αυτή η διάκριση έχει σημασία: άλλο το γεγονός της δολοφονίας μιας γυναίκας και άλλο ο επιστημονικός ή κοινωνικός χαρακτηρισμός της ως γυναικοκτονίας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι λέξεις, ωστόσο, δεν είναι ποτέ εντελώς ουδέτερες. Δεν λειτουργούν μόνο ως μέσα περιγραφής της πραγματικότητας, αλλά και ως τρόποι ερμηνείας της. Η επιλογή ενός όρου μπορεί να αναδείξει πλευρές ενός κοινωνικού φαινομένου που διαφορετικά θα έμεναν αθέατες. Ο όρος «γυναικοκτονία» έχει εδώ και δεκαετίες σημαντική παρουσία στην επιστημονική βιβλιογραφία, (π.χ., στο συλλογικό έργο Γυναικοκτονίες: Διαπιστώσεις, Ερωτήματα και Ερωτηματικά) και τα τελευταία χρόνια έχει περάσει δυναμικά στον δημόσιο λόγο και στη δημοσιογραφία, διότι αποτελεί ένα απαραίτητο εργαλείο για την ανάδειξη της έμφυλης βίας. Η χρήση του συγκεκριμένου όρου βοηθά πράγματι να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο της θανατηφόρας βίας κατά των γυναικών, που αποτελεί κλιμάκωση άλλων μορφών έμφυλης βίας.

 

Η ιστορία του όρου «γυναικοκτονία»

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αν και η συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία» αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια, η ιστορία του ξεκινά αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Η πρώτη συστηματική και επιστημονική χρήση του όρου αποδίδεται στην Αμερικανίδα κοινωνιολόγο και φεμινίστρια Diana E. H. Russell, η οποία ήδη από τη δεκαετία του 1970 υποστήριξε ότι οι δολοφονίες γυναικών δεν μπορούν πάντοτε να αντιμετωπίζονται ως κοινές ανθρωποκτονίες. Κατά την άποψή της, υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία εγκλημάτων στην οποία το φύλο του θύματος αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του κινήτρου και της ίδιας της εγκληματικής πράξης. Η Russell χρησιμοποίησε τον αγγλικό όρο femicide για να περιγράψει τη «δολοφονία γυναικών επειδή είναι γυναίκες», προσδίδοντας στον όρο έναν σαφή κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Καθοριστική υπήρξε και η συνεργασία της με τη JillRadford. Το 1992 επιμελήθηκαν το συλλογικό έργο Femicide: The Politics of WomanKilling, το οποίο θεωρείται σημείο αναφοράς για τη διεθνή βιβλιογραφία. Στο έργο αυτό η γυναικοκτονία παρουσιάζεται όχι ως ένα μεμονωμένο έγκλημα, αλλά ως η ακραία έκφραση ενός συνεχούς φάσματος έμφυλης βίας που περιλαμβάνει τη σεξουαλική κακοποίηση, την ενδοοικογενειακή βία, την ψυχολογική κακοποίηση και άλλες μορφές καταπίεσης των γυναικών. Η προσέγγιση αυτή επηρέασε σημαντικά τη φεμινιστική θεωρία, καθώς συνέδεσε τις ανθρωποκτονίες γυναικών με τις σχέσεις εξουσίας και τις πατριαρχικές κοινωνικές δομές.

Η έννοια της γυναικοκτονίας αναπτύχθηκε, επομένως, στο πλαίσιο της φεμινιστικής εγκληματολογίας, ενός επιστημονικού πεδίου που αμφισβήτησε τις παραδοσιακές ερμηνείες του εγκλήματος ως ουδέτερων ως προς το φύλο. Οι εκπρόσωποι αυτής της προσέγγισης υποστήριξαν ότι η εγκληματολογία για πολλά χρόνια αγνοούσε τις ιδιαίτερες μορφές βίας που υφίστανται οι γυναίκες και ότι η χρήση ενός ειδικού όρου ήταν αναγκαία για να καταστεί ορατό ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο παρέμενε στατιστικά και εννοιολογικά «αόρατο». Με αυτή τη λογική, η γυναικοκτονία δεν περιγράφει απλώς το αποτέλεσμα, τη δολοφονία μιας γυναίκας, αλλά επιχειρεί να ερμηνεύσει τις κοινωνικές συνθήκες, τις έμφυλες ανισότητες και τις σχέσεις κυριαρχίας που, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση, προηγούνται της εγκληματικής πράξης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ωστόσο, ήδη από τα πρώτα χρόνια της χρήσης του, ο όρος προκάλεσε έντονες αντιδράσεις,. Αρκετοί νομικοί και εγκληματολόγοι αναγνώρισαν τη σημασία της ανάδειξης της βίας κατά των γυναικών, αλλά διατύπωσαν επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο κάθε δολοφονία γυναίκας μπορεί να χαρακτηριστεί γυναικοκτονία ή αν είναι εφικτό ή δέον να αποδεικνύεται ότι το φύλο του θύματος αποτέλεσε το βασικό κίνητρο μιας δολοφονίας. Από αυτή τη διαφωνία προέκυψαν διαφορετικοί ορισμοί και διαφορετικές προσεγγίσεις, οι οποίες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να τροφοδοτούν τον επιστημονικό διάλογο.

 

Τα επιχειρήματα υπέρ της χρήσης του όρου «γυναικοκτονία»

Οι υποστηρικτές του όρου «γυναικοκτονία» θεωρούν ότι η χρήση του δεν αποτελεί απλώς μια γλωσσική επιλογή, αλλά ένα αναγκαίο επιστημονικό και κοινωνικό εργαλείο για την κατανόηση μιας ιδιαίτερης μορφής εγκληματικής βίας. Κατά την άποψή τους, η δολοφονία μιας γυναίκας δεν είναι πάντοτε ένα ουδέτερο ποινικό γεγονός. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί την τελική και ακραία έκφραση μιας μακράς αλυσίδας έμφυλης βίας, η οποία περιλαμβάνει τον έλεγχο, την ψυχολογική κακοποίηση, τη σωματική βία, τις απειλές, τη σεξουαλική κακοποίηση και την οικονομική εξάρτηση. Η γυναικοκτονία, ως εκ τούτου, δεν αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο έγκλημα, αλλά ως το τελευταίο στάδιο μιας διαρκούς διαδικασίας βίας που έχει ως υπόβαθρο τις άνισες σχέσεις εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα υπέρ του όρου είναι ότι καθιστά ορατό ένα φαινόμενο το οποίο για δεκαετίες παρέμενε «αόρατο» μέσα στις γενικές στατιστικές των ανθρωποκτονιών. Όταν όλες οι δολοφονίες καταγράφονται με τον ίδιο τρόπο, υποστηρίζουν οι ερευνητές, είναι αδύνατο να αποτυπωθούν οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες χάνουν τη ζωή τους πολλές γυναίκες. Τα διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των γυναικών που δολοφονούνται πέφτουν θύματα του συζύγου, του συντρόφου ή πρώην συντρόφου τους ή άλλου μέλους της οικογένειας. Αντίθετα, οι άνδρες δολοφονούνται συχνότερα σε διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, όπως η εγκληματικότητα του δρόμου ή άλλες μορφές διαπροσωπικής βίας. Η διάκριση αυτή, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του όρου, δεν είναι δευτερεύουσα αλλά αποκαλύπτει διαφορετικούς μηχανισμούς παραγωγής της βίας και συνεπώς απαιτεί διαφορετικές πολιτικές πρόληψης και παρέμβασης.

Εξίσου σημαντική θεωρείται η συμβολική δύναμη της ίδιας της ονομασίας. Οι λέξεις διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τα προβλήματά της. Η καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία» επιδιώκει να αναδείξει ότι οι δολοφονίες αυτές δεν αποτελούν απλές «οικογενειακές τραγωδίες», «εγκλήματα πάθους» ή «στιγμές ζήλιας», χαρακτηρισμοί που συχνά χρησιμοποιήθηκαν στον δημόσιο λόγο και είχαν ως αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η κοινωνική διάσταση του φαινομένου. Η χρήση ενός διακριτού και αναγνωρισμένου όρου επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από την ατομική συμπεριφορά του δράστη στις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν ή ευνοούν την έμφυλη βία. Με αυτόν τον τρόπο, ο όρος λειτουργεί όχι μόνο ως απλή περιγραφή αλλά και ως εργαλείο ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, ενίσχυσης της δημόσιας συζήτησης και διαμόρφωσης πολιτικών πρόληψης.

Σημαντικό επιχείρημα υπέρ της χρήσης του όρου αποτελεί και η διεθνής εμπειρία. Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί, ερευνητικά δίκτυα και παρατηρητήρια έχουν αναπτύξει ειδικές μεθοδολογίες καταγραφής των γυναικοκτονιών. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) δημοσιεύουν ξεχωριστά στοιχεία για τις ανθρωποκτονίες γυναικών που διαπράττονται από ερωτικό σύντροφο ή μέλος της οικογένειας, ενώ σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής ο όρος έχει ενσωματωθεί ακόμη και στη νομοθεσία. Παράλληλα, στην Ευρώπη δημιουργούνται παρατηρητήρια, ερευνητικά δίκτυα και μηχανισμοί συλλογής δεδομένων, με στόχο την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου και τον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων πολιτικών πρόληψης. Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφωνίες ως προς τον ορισμό του, ο όρος «γυναικοκτονία» έχει αποκτήσει σημαντική θέση στον διεθνή επιστημονικό και δημόσιο διάλογο.

Για τους υποστηρικτές του όρου, επομένως, η γυναικοκτονία δεν αποτελεί μια προσπάθεια διαφοροποίησης των θυμάτων με βάση το φύλο, αλλά μια αναγκαία αναλυτική κατηγορία που βοηθά να αναγνωριστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός σύνθετου κοινωνικού φαινομένου. Η ορατότητα, η συστηματική καταγραφή, η επιστημονική μελέτη και η ανάπτυξη εξειδικευμένων πολιτικών πρόληψης αποτελούν, κατά την άποψή τους, τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους ο όρος πρέπει να διατηρηθεί και να χρησιμοποιείται στον δημόσιο και επιστημονικό λόγο.

 

Τα επιχειρήματα κατά της χρήσης του όρου «γυναικοκτονία»

Παρά την ευρεία διάδοση του όρου, αρκετοί νομικοί, εγκληματολόγοι και θεωρητικοί του δικαίου εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς τη χρήση του, θεωρώντας ότι δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύει. Οι ενστάσεις τους δεν αφορούν τόσο την αναγνώριση της σοβαρότητας της βίας κατά των γυναικών, αλλά κυρίως τη σκοπιμότητα εισαγωγής ενός νέου όρου σε ένα ήδη διαμορφωμένο νομικό και εννοιολογικό πλαίσιο.

Το πρώτο και συχνότερα διατυπωμένο επιχείρημα αφορά την ίδια τη φύση του ποινικού δικαίου. Στις περισσότερες έννομες τάξεις, μεταξύ αυτών και της ελληνικής, η ανθρωποκτονία αποτελεί ήδη ένα πλήρως κατοχυρωμένο έγκλημα, ανεξάρτητα από το φύλο του θύματος ή του δράστη. Η ανθρώπινη ζωή προστατεύεται ισότιμα και η ποινική αξιολόγηση της πράξης δεν διαφοροποιείται ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θύματος. Από αυτή την οπτική, η καθιέρωση ενός ξεχωριστού όρου ή ακόμη και ενός ιδιαίτερου ποινικού αδικήματος θεωρείται περιττή, καθώς ενδέχεται να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ορισμένες ανθρώπινες ζωές χρήζουν διαφορετικής ή αυξημένης ποινικής προστασίας.

Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τον ορισμό της ίδιας της γυναικοκτονίας. Δεν υπάρχει διεθνώς ένας ενιαίος και κοινά αποδεκτός ορισμός. Ορισμένοι ερευνητές περιορίζουν τον όρο στις δολοφονίες γυναικών που τελούνται από νυν ή πρώην συντρόφους, άλλοι περιλαμβάνουν κάθε δολοφονία που συνδέεται με έμφυλες διακρίσεις, ενώ άλλοι επεκτείνουν ακόμη περισσότερο την έννοια ώστε να περιλαμβάνει εγκλήματα τιμής, δολοφονίες λόγω προίκας, ακρωτηριασμούς γυναικείων γεννητικών οργάνων που οδηγούν στον θάνατο και άλλες μορφές θανατηφόρας έμφυλης βίας. Η απουσία ενός σαφούς και καθολικά αποδεκτού ορισμού δυσχεραίνει τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και τη συγκρισιμότητα των στατιστικών δεδομένων μεταξύ των χωρών.

Ιδιαίτερος προβληματισμός διατυπώνεται και ως προς το κίνητρο του δράστη. Αν η γυναικοκτονία ορίζεται ως η δολοφονία μιας γυναίκας «επειδή είναι γυναίκα», τότε ανακύπτει το ερώτημα πώς μπορεί να αποδειχθεί, με τη βεβαιότητα που απαιτεί το ποινικό δίκαιο, ότι το φύλο του θύματος αποτέλεσε το καθοριστικό κίνητρο της εγκληματικής πράξης. Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχουν πολλαπλά κίνητρα, όπως η ζήλια, η εκδικητικότητα, οικονομικές διαφορές, η ψυχική διαταραχή ή η διάρρηξη μιας προσωπικής σχέσης. Η διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα κίνητρα και στην έμφυλη διάσταση της βίας δεν είναι πάντοτε εύκολη, γεγονός που δημιουργεί σοβαρές αποδεικτικές δυσκολίες και ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας υπόθεσης.

Ένα ακόμη επιχείρημα αφορά τον κίνδυνο πολιτικοποίησης του ποινικού δικαίου. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η ποινική νομοθεσία οφείλει- έστω ιδεατά- να παραμένει όσο το δυνατόν ουδέτερη και να μην επηρεάζεται από κοινωνικές ή ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Κατά την άποψή τους, η εισαγωγή ειδικών ποινικών κατηγοριών με βάση κοινωνικά ή πολιτικά χαρακτηριστικά μπορεί να οδηγήσει σε κατακερματισμό της έννοιας της ανθρωποκτονίας και να ανοίξει τον δρόμο για τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων ειδικών εγκλημάτων ανάλογα με την ταυτότητα του θύματος. Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, υποστηρίζουν, μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα μέσω της πρόληψης, της εκπαίδευσης, της ενίσχυσης των δομών προστασίας των θυμάτων και της αυστηρής εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία ενός νέου ποινικού χαρακτηρισμού.

Οι παραπάνω ενστάσεις δεν αμφισβητούν ότι οι γυναίκες αποτελούν συχνά θύματα ιδιαίτερων μορφών βίας. Αναδεικνύουν, όμως, ότι η συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία» δεν είναι μόνο κοινωνική ή πολιτική, αλλά και βαθιά νομική και επιστημολογική. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς η επιλογή μιας λέξης, αλλά η διαμόρφωση ενός εννοιολογικού πλαισίου που να συνδυάζει την επιστημονική ακρίβεια, τη νομική ασφάλεια και την αποτελεσματική προστασία των θυμάτων.

 

Τι δείχνουν τα δεδομένα

Πέρα από τη θεωρητική αντιπαράθεση σχετικά με τον όρο «γυναικοκτονία», ιδιαίτερη σημασία έχουν τα εμπειρικά δεδομένα που προκύπτουν από τις διεθνείς έρευνες και τις στατιστικές καταγραφές. Αν και οι διαφορετικοί ορισμοί δυσκολεύουν την απόλυτη συγκρισιμότητα των στοιχείων μεταξύ των χωρών, οι διαθέσιμες μελέτες συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι ανθρωποκτονίες γυναικών παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που τις διαφοροποιούν από τις ανθρωποκτονίες ανδρών και αναδεικνύουν τη στενή τους σύνδεση με τις έμφυλες σχέσεις και τη βία στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ένα από τα πλέον σταθερά ευρήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας είναι ότι οι γυναίκες δολοφονούνται πολύ συχνότερα από άτομα του στενού οικογενειακού ή συντροφικού τους περιβάλλοντος. Σύζυγοι, σύντροφοι ή πρώην σύντροφοι αποτελούν τους συνηθέστερους δράστες τέτοιων εγκλημάτων, γεγονός που διαφοροποιεί σημαντικά το προφίλ των θυμάτων σε σχέση με εκείνο των ανδρών, οι οποίοι συχνότερα πέφτουν θύματα ανθρωποκτονιών που σχετίζονται με άλλες μορφές εγκληματικότητας ή διαπροσωπικής βίας. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί πολλούς ερευνητές στο συμπέρασμα ότι οι δολοφονίες γυναικών αποτελούν συχνά την ακραία κατάληξη μιας ήδη υφιστάμενης, συχνά κλιμακούμενης, πορείας κακοποίησης, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει ψυχολογική, σωματική, σεξουαλική ή οικονομική βία.

Η σύνδεση της γυναικοκτονίας με την ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα από τα πλέον τεκμηριωμένα ευρήματα της σύγχρονης εγκληματολογική έρευνας. Σε πολλές περιπτώσεις, πριν από την ανθρωποκτονία έχουν προηγηθεί επαναλαμβανόμενα περιστατικά λεκτικών και σωματικών απειλών, ελέγχου, απομόνωσης, ξυλοδαρμών, οικονομικής πίεσης, ψυχικού εξευτελισμού ή παραβίασης προστατευτικών μέτρων. Η καταγραφή αυτών των προειδοποιητικών ενδείξεων έχει οδηγήσει αρκετές χώρες στην ανάπτυξη ειδικών εργαλείων αξιολόγησης του κινδύνου, με στόχο την έγκαιρη αναγνώριση των θυμάτων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανατηφόρας βίας. Με τον τρόπο αυτό, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την απλή καταγραφή των εγκλημάτων στην πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση.

Παράλληλα, οι διεθνείς οργανισμοί δεν υιοθετούν πάντοτε την ίδια προσέγγιση ως προς τον ορισμό και την καταγραφή της γυναικοκτονίας. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις ανθρωποκτονίες γυναικών που διαπράττονται από σύντροφο ή μέλος της οικογένειας, δημοσιεύοντας ξεχωριστά στατιστικά στοιχεία για αυτές τις περιπτώσεις. Άλλοι διεθνείς φορείς χρησιμοποιούν ευρύτερους ορισμούς, εντάσσοντας στη γυναικοκτονία και άλλες μορφές θανατηφόρας έμφυλης βίας, όπως τα εγκλήματα «τιμής», οι δολοφονίες που σχετίζονται με την προίκα ή άλλες πρακτικές που συνδέονται με διακρίσεις λόγω φύλου. Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις αποτυπώνουν την πολυπλοκότητα του φαινομένου και σε ένα βαθμό εξηγούν γιατί εξακολουθεί να μην υπάρχει ένας ενιαίος, παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός.

Συνεπώς, τα διαθέσιμα δεδομένα τεκμηριώνουν σε μεγάλο βαθμό για την ορθότητα του όρου «γυναικοκτονία». Επιβεβαιώνουν, ότι οι ανθρωποκτονίες γυναικών εμφανίζουν συγκεκριμένα πρότυπα και συνδέονται συχνά με επαναλαμβανόμενες μορφές έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η επιστημονική κοινότητα και οι διεθνείς οργανισμοί επιδιώκουν τη συστηματικότερη καταγραφή τους, ακόμη κι αν διαφωνούν ακόμα ως προς την ακριβή ορολογία που πρέπει να χρησιμοποιείται.

Η συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία» αποδεικνύει ότι οι λέξεις έχουν δύναμη. Μπορούν να αναδείξουν κοινωνικά φαινόμεναπου για χρόνια παρέμεναν αόρατα, να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη και να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τη βία. Η καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία» είναι χρήσιμη και αναγκαία επειδήκαθιστά ορατό ένα ιδιαίτερο και επαναλαμβανόμενο, άρα όχι τυχαίο, αλλά σκόπιμο και συνειδητό, μοτίβο θανατηφόρας βίας. Όταν μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφό της, η πράξη δεν μπορεί πάντοτε να αποσυνδεθεί από το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε: την άσκηση ελέγχου, την κακοποίηση, τις απειλές, την ανισορροπία εξουσίας ή μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η γυναίκα αποτελεί αντικείμενο ιδιοκτησίας.

Η πρόσφατη υπόθεση της Ηγουμενίτσας, για παράδειγμα, επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα στον δημόσιο διάλογο. Μια νεαρή γυναίκα δολοφονήθηκε και ο φερόμενος ως δράστης ήταν ο πρώην σύντροφός της. Οι Αρχές εξακολουθούν να διερευνούν το κίνητρο και τις ακριβείς συνθήκες της μεμονωμένης πράξης, που όμως έρχεται να προστεθεί σε άλλες δεκάδες αντίστοιχες που έχουν συμβεί στη χώρα μας τρέχον έτος.

Η αξία, άρα, του όρου «γυναικοκτονία» βρίσκεται κυρίως στο ότι μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε πέρα από το μεμονωμένο έγκλημα και να αναρωτηθούμε αν πίσω από αυτό υπάρχει ένα ευρύτερο κοινωνικό μοτίβο. Η ονομασία δεν λύνει αυτοτελώς το πρόβλημα. Μπορεί, όμως, να συμβάλει στο να το ονοματίζουμε, να το αναγνωρίζουμε, να το καταγράφουμε και να το μελετούμε καλύτερα.Η δημόσια συζήτηση – και φυσικά η εκπαίδευση - οφείλει να οδηγεί στην αναγνώριση των προειδοποιητικών σημείων, στην προστασία των γυναικών που βρίσκονται σε κίνδυνο, στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και στην πρόληψη.

Επομένως, η οριστική καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία» δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή στη γλώσσα. Αποτελεί έναν τρόπο να δηλώσουμε ότι ορισμένες δολοφονίες γυναικών δεν είναι μεμονωμένα, ανεξήγητα περιστατικά, αλλά μπορεί να αποτελούν την ακραία κατάληξη μιας συστηματικής και επαναλαμβανόμενης διαδρομής έμφυλης βίας. Και όταν μια κοινωνία αποκτά τη δυνατότητα να ονομάσει ένα φαινόμενο, αποκτά ταυτόχρονα και μεγαλύτερη δυνατότητα να το αναγνωρίσει και να προσπαθήσει να το αποτρέψει, να το προλάβει έγκαιρα.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, είναι να μην φτάνουμε στο σημείο να μετράμε άλλη μία νεκρή γυναίκα, ενώ προηγουμένως υπήρχαν σημάδια που δεν αναγνωρίστηκαν, υποτιμήθηκαν, αποσιωπήθηκαν, αγνοήθηκαν και δεν αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα.

 

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add stonisi.gr on Google ↗
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Επιστολή για την ανακαίνιση του Παλαιού Λιμεναρχείου

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΖΙΜΗΣ, πρώην αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων
Επιστολή για την ανακαίνιση του Παλαιού Λιμεναρχείου
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το Παλιό Λιμεναρχείο Μυτιλήνης

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ πρώην διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου και Σάμου
Το Παλιό Λιμεναρχείο Μυτιλήνης
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το διακύβευμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης στον 21ο αιώνα

Η θεσμική θωράκιση του μαθήματος των Θρησκευτικών και η εισαγωγή του μαθήματος της Ηθικής -Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ*
Το διακύβευμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης στον 21ο αιώνα
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Αρμοδιότητες…

Γράφειο ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ πρώην Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου και Σάμου
Αρμοδιότητες…
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Αυτοδιοίκηση ή ετεροδιοίκηση;

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ, Δικηγόρος
Αυτοδιοίκηση ή ετεροδιοίκηση;
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Παρέμβαση στο εμβληματικό κτήριο της θαλάσσιας εισόδου της Μυτιλήνης

Γράφει ο ΠΑΡΑΣΧΟΣ ΚΑΡΑΒΑΤΑΚΗΣ, Αρχιτέκτων ΕΜΠ, Μέλος ΕΛΙΝΤ
Παρέμβαση στο εμβληματικό κτήριο της θαλάσσιας εισόδου της Μυτιλήνης
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

ΕΝΑΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ξεχασιάρης και ανιστόρητος

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗΣ*
ΕΝΑΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ξεχασιάρης και ανιστόρητος
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εθελοντισμός και Συνδικαλισμός

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΥΜΠΟΣ
Εθελοντισμός και Συνδικαλισμός
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Αρχαία, νεανικοί έρωτες και ψυχολογία ...

Γράφει ο Β.Α.ΓΕΩΡΓΑΣ, Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας
Αρχαία, νεανικοί έρωτες και ψυχολογία ...
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Δεν έχει «μα», ο βιασμός δεν έχει πολιτικό χρώμα

Γράφει ο κοινωνιολόγος ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΜΠΑΣ
Δεν έχει «μα», ο βιασμός δεν έχει πολιτικό χρώμα
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Τα στερνά τιμούν τα πρώτα…

Γράφει ο ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΠΙΩΤΑΣ, πρώην Δντης Β/θμιας Εκπ/σης Λέσβου &Σάμου
Τα στερνά τιμούν τα πρώτα…
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Έλεος με τους… χομπίστες δημοσιογράφους

Γράφει η ΜΑΡΙΝΑ ΠΟΛΛΑΤΟΥ
Έλεος με τους… χομπίστες δημοσιογράφους