
Κάλεσμα στους εκπαιδευτικούς να απέχουν από τις ηλεκτρονικές εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων στα υπηρεσιακά συμβούλια απηύθυνε ο Αριστείδης Σγατζός, εκπαιδευτικός και μέλος της Ριζοσπαστικής Παρέμβασης Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου, μιλώντας στον Θράσο Αβραάμ, στο ραδιόφωνο του «Ν».
Με τη φράση «ούτε ένα κλικ στην πλατφόρμα», περιέγραψε τη στάση της παράταξής του ενόψει της ψηφοφορίας του Σαββάτου 7 Νοεμβρίου, ξεκαθαρίζοντας ότι η επιλογή της δεν περιορίζεται στη μη κατάθεση υποψηφιοτήτων. Πρόκειται, όπως εξήγησε, για κάλεσμα ενεργής αποχής και αμφισβήτησης μιας διαδικασίας που, κατά την εκτίμησή του, απομακρύνει τους εκπαιδευτικούς από τη συλλογική συζήτηση και τον ουσιαστικό έλεγχο των εκπροσώπων τους.
Ο Αριστείδης Σγατζός έσπευσε να διευκρινίσει ότι η αντίθεση στην ηλεκτρονική ψηφοφορία δεν πηγάζει από άρνηση της τεχνολογίας. Στο επίκεντρο της κριτικής του έθεσε την αποκλειστική διεξαγωγή της διαδικασίας μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, χωρίς δυνατότητα προσέλευσης σε φυσική κάλπη.
Όπως υποστήριξε, η φυσική παρουσία συνδέεται με τη δυνατότητα των εργαζομένων να συζητούν, να συναντούν τους υποψηφίους και να απαιτούν λογοδοσία. Κατά τον ίδιο, η μετατροπή της συμμετοχής σε μια μεμονωμένη ηλεκτρονική ενέργεια αποδυναμώνει αυτά τα χαρακτηριστικά.
«Το σωματείο δεν είναι ένας χώρος που ψηφίζουμε κάθε δύο, ένα χρόνο, τρία χρόνια», ανέφερε, τονίζοντας την ανάγκη για συνελεύσεις, διάλογο και έλεγχο των αντιπροσώπων. Για τον ίδιο, η συνδικαλιστική δράση δεν μπορεί να εξαντλείται στην περιοδική ανάθεση της εκπροσώπησης.
Στη συνέντευξή του έθεσε επίσης ζητήματα διαφάνειας και ελέγχου της ψηφοφορίας. Αναφερόμενος σε προηγούμενες εκλογικές διαδικασίες, κατήγγειλε ότι τα σωματεία και οι εφορευτικές επιτροπές δεν είχαν την αναγκαία πρόσβαση στους καταλόγους των ψηφισάντων, ενώ έκανε λόγο για παρατάσεις της ψηφοφορίας χωρίς επαρκή ενημέρωση των τοπικών επιτροπών.
Υποστήριξε ακόμη ότι η συμμετοχή στις εφορευτικές και τεχνικές επιτροπές απαιτεί εργασία εκτός εργασιακού ωραρίου, παρότι πρόκειται για διοικητική διαδικασία που οργανώνεται με ευθύνη του υπουργείου.
Οι παραπάνω αιτιάσεις αποτέλεσαν τη βάση της θέσης του ότι το διακύβευμα είναι πολιτικό και δημοκρατικό. Ο ίδιος εξέφρασε ανησυχίες για τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της διαδικασίας και συνέδεσε την αντίθεσή του με την ευρύτερη κριτική του στο θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία των συνδικάτων και στον νόμο Χατζηδάκη.
Ερωτηθείς γιατί ορισμένα σχήματα του ευρύτερου χώρου των Παρεμβάσεων επιλέγουν να συμμετάσχουν στις εκλογές, ο Αριστείδης Σγατζός εξήγησε ότι πρόκειται για δίκτυο αυτόνομων τοπικών σχημάτων, που συζητούν και αποφασίζουν χωρίς μια ενιαία κομματική γραμμή να επιβάλλεται από τα πάνω.
Αναγνώρισε ότι αυτό επιτρέπει την εκδήλωση διαφορετικών προσεγγίσεων, υποστήριξε ωστόσο ότι η συντριπτική πλειονότητα των σχημάτων τάσσεται υπέρ της αποχής.
Παρουσίασε την αυτονομία ως βασικό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου συνδικαλιστικού χώρου, ακόμη και όταν αυτή οδηγεί σε διαφορετικές επιλογές σε ένα κρίσιμο ζήτημα.
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στην Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών, με αφορμή τη συμμετοχή της στη συγκεκριμένη εκλογική διαδικασία, ύστερα από προηγούμενα καλέσματα αποχής.
Κατά την εκτίμησή του, η αλλαγή αυτή αποδυναμώνει την κοινή αντίσταση στην ηλεκτρονική ψηφοφορία. «Δεν μπορείς να ξεκινάς έναν αγώνα και στην πρώτη δυσκολία να κάνεις πίσω», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι οι κινητοποιήσεις χρειάζονται συνέχεια και επιμονή για να έχουν αποτέλεσμα.
Απηύθυνε μάλιστα κάλεσμα απόσυρσης των υποψηφιοτήτων, ακόμη και την τελευταία στιγμή, τόσο προς τις δυνάμεις της ΑΣΕ όσο και προς τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Παράλληλα, άσκησε κριτική και σε σχήματα του δικού του χώρου που επέλεξαν τη συμμετοχή, εκτιμώντας ότι η απουσία άμεσων νικών μπορεί να ενισχύει τη διάθεση συμβιβασμού.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην ουσία του θεσμού των αιρετών, με αφορμή ερώτηση του Θράσου Αβραάμ για τη δυνατότητά τους να υπερασπίζονται τους εκπαιδευτικούς μέσα στα υπηρεσιακά συμβούλια.
Ο Αριστείδης Σγατζός δεν απέρριψε τη χρησιμότητα της παρουσίας τους. Έθεσε, όμως, συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με πρώτη τη διάκριση ανάμεσα στη συνδικαλιστική δράση των σωματείων και στη συμμετοχή στα διοικητικά όργανα.
Οι αιρετοί, όπως είπε, μπορούν να λειτουργούν ως «τα μάτια και τα αυτιά των εργαζομένων» μέσα στα συμβούλια, εφόσον διατηρούν αυτή τη σχέση με τον κλάδο. Δεν μπορούν, ωστόσο, κατά την άποψή του, να υποκαθιστούν τη συλλογική διεκδίκηση ή να περιορίζουν τον αγώνα στις συνεδριάσεις των οργάνων.
Έδωσε έτσι έμφαση στις απεργίες, στις συγκεντρώσεις και στις κινητοποιήσεις, επιμένοντας ότι η εκπροσώπηση αποκτά περιεχόμενο όταν στηρίζεται σε ενεργούς εργαζομένους και ζωντανά σωματεία.
Κλείνοντας τη συνέντευξη, επανέλαβε το κάλεσμα αποχής, συνοψίζοντας τη θέση της παράταξής του στη φράση ότι «Χρειάζεται φυσική παρουσία, χρειάζεται αλληλεπίδραση, χρειάζεται αναστοχασμός».