
Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκε η πρόσφατη άσκηση «Δια Πυρός 2026» στην περιοχή της Αμαλής, όπως παρουσιάστηκε στην ιστοσελίδα Στο Νησί . Εκεί, σε έναν τόπο γνώριμο αλλά και ευάλωτο, βρέθηκαν οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής: πυροσβέστες νέοι και παλαιότεροι, δασικοί υπάλληλοι, στελέχη της Πολιτικής Προστασίας, αυτοδιοικητικοί και εθελοντές.
Άνθρωποι που ξέρουν ότι η μάχη με τη φωτιά δεν αρχίζει τη στιγμή που σηκώνονται οι φλόγες. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: στη γνώση των διαδρομών, της βλάστησης, των ευάλωτων σημείων, αλλά και της ιστορίας του τόπου.
Γιατί όταν καίγεται ένα δάσος, δεν χάνονται μόνο πεύκα. Χάνονται και τεκμήρια: παλιά μονοπάτια, όρια, ξερολιθιές, σημάδια χρήσεων, κατοικημένα και ακατοίκητα κτίσματα, τόποι όπου άνθρωποι έζησαν, δούλεψαν, μετακινήθηκαν, μάζεψαν ξύλα, έβγαλαν ρητίνη, έφτιαξαν κάρβουνο. Η απώλεια δεν είναι μόνο οικολογική. Είναι και ιστορική: απώλεια μνήμης, συνέχειας και αναγνωσιμότητας του τόπου. Αρκεί να περπατήσει κανείς σε μια καμένη έκταση για να το καταλάβει.
Στη Λέσβο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το δάσος δεν υπήρξε ποτέ μόνο «φύση», με τη στενή έννοια που συχνά του αποδίδουμε σήμερα. Υπήρξε χώρος ζωής, εργασίας, παραγωγής, ιδιοκτησίας, φορολογίας και διοίκησης. Ένα κοινό πεδίο ζωής, όπου η φύση δεν ήταν αποκομμένη από την κοινωνία, αλλά δεμένη με τον μόχθο, την επιβίωση και τις ανάγκες των ανθρώπων.
Το 1861, ένας Οθωμανός δασικός υπάλληλος, ο Οσμάν Ραγίπ Εφέντης, καταγράφει τα δάση του νησιού. Η αναφορά του δεν είναι απλώς ένα παλιό διοικητικό έγγραφο. Είναι ένα σπάνιο παράθυρο σε μια εποχή όπου το δάσος της Λέσβου ήταν άμεσα δεμένο με την καθημερινή ζωή και την οικονομία του νησιού. Από εκεί έβγαιναν ξύλα, καυσόξυλα, κάρβουνο, ρητίνη, κατράμι και φλοιός• υλικά απαραίτητα για τη θέρμανση, την κατασκευή, την αγροτική οικονομία, τη ναυπηγική, τις ναυμαχίες και τους πολέμους και γενικότερα τις ανάγκες της εποχής.
Στην αναφορά, το μεγάλο δασικό σώμα της Λέσβου περιγράφεται ως ένας εκτεταμένος χώρος που απλώνεται από τον Μανταμάδο έως το Αμπελικό. Το Αμπελικό, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα χωριό στο νότιο άκρο μιας διαδρομής.
Είναι ένας τόπος που κρατά τη μνήμη της παλιάς δασικής οικονομίας: της ρητίνης, των ρετσινάδων Αγιάσου και Αμπελικού, των Αλεβιτών μουσουλμάνων Tahtacılar της εργασίας μέσα στο πευκοδάσος και της σχέσης των ανθρώπων με έναν χώρο που έδινε εισόδημα, υλικά αλλά και ταυτότητα.
Αντίστοιχα, η Αγιάσος, χτισμένη στις πλαγιές του Ολύμπου, θυμίζει ότι το δάσος δεν ήταν φόντο, αλλά καθημερινή πραγματικότητα. Η εγγύτητά της σε δασικές μάζες και ορεινά περάσματα συνδέθηκε με εποχικές χρήσεις, υλοτομία, βοσκή και συλλογή προϊόντων. Σε τόπους όπως η Αγιάσος και το Αμπελικό, το δάσος ήταν εργασία, διαδρομή, μόχθος και μνήμη.
Το δάσος, λοιπόν, δεν ήταν ένας άδειος χώρος που περίμενε απλώς να καταγραφεί από τη διοίκηση. Ήταν ήδη φορτισμένο με χρήσεις, σχέσεις και δικαιώματα. Ήταν ένας τόπος όπου η εργασία των απλών ανθρώπων είχε αφήσει ίχνη, ακόμη κι όταν αυτά δεν χωρούσαν εύκολα στα επίσημα έγγραφα και στους χάρτες.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι, για να εξηγήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών το 1861, η αναφορά γυρίζει πολύ πίσω: στο 1462, στην οθωμανική κατάκτηση της Λέσβου. Δηλαδή, ένα διοικητικό κείμενο του 19ου αιώνα αναζητά την απάντηση για το «σε ποιον ανήκει το δάσος» τέσσερις αιώνες νωρίτερα. Το δάσος εμφανίζεται έτσι όχι μόνο ως φυσικός πόρος, αλλά ως ιστορική υπόθεση, ως πεδίο όπου το παρελθόν συνεχίζει να βαραίνει πάνω στο παρόν.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει, με άλλους όρους, και σήμερα. Όταν μιλάμε για δασικούς χάρτες και ιδιοκτησία, δεν κοιτάμε μόνο τη σημερινή εικόνα μιας έκτασης. Συχνά χρειάζεται να γυρίσουμε πολύ πίσω: στο οθωμανικό δίκαιο περί γαιών, στα ταπιά, στο τεσσαρούφ, στις Νέες Χώρες και στις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου — δηλαδή σε παλιές μορφές δικαιωμάτων και διοίκησης της γης.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η θεσμική ασάφεια. Παλαιά δικαιώματα, τοπικές χρήσεις, ιστορικές μνήμες, διοικητικές κατηγορίες και σύγχρονοι χάρτες δεν συμπίπτουν πάντα μεταξύ τους. Μια έκταση μπορεί να υπήρξε χώρος εργασίας, βοσκής, καλλιέργειας ή συλλογικής χρήσης, αλλά σήμερα να διαβάζεται μέσα από διαφορετικές νομικές και χαρτογραφικές κατηγορίες. Έτσι, το ερώτημα «τι είναι δάσος» δεν είναι μόνο οικολογικό ή τεχνικό. Είναι και ιστορικό, διοικητικό και κοινωνικό.
Η Λέσβος είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει αναγνωρίσει ότι το νησί δεν εντάσσεται μηχανικά στο γενικό σχήμα των δημοσίων οθωμανικών γαιών. Στην απόφαση 2105/2022 αναφέρεται ότι, κατ’ εξαίρεση, οι γαίες της Λέσβου, όπως και της Χίου, υπάγονταν στην κατηγορία των «κατά πλήρη κυριότητα εξουσιαζόμενων κτημάτων».
Έτσι, πίσω από μια σημερινή γραμμή στον δασικό χάρτη —και πίσω από ένα καμένο τοπίο που καλούμαστε να αποκαταστήσουμε— υπάρχει μια μακρά ιστορία διοίκησης, ιδιοκτησίας, χρήσεων, μνήμης και θεσμικής ασάφειας. Μια ιστορία που εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε, προστατεύουμε, διεκδικούμε ή αποκαθιστούμε τον τόπο.
Αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται στον πυρήνα του ηλεκτρονικού βιβλίου ανοικτής πρόσβασης «Χαρτογραφώντας τη Μνήμη, τη Φύση και την Κυριαρχία στη Λέσβο». Μέσα από την αναφορά του Οσμάν Ραγίπ, παλιούς και νεότερους χάρτες, αλλά και τα ίχνη που άφησαν πάνω στον χώρο οι χρήσεις, οι διοικητικές αποφάσεις, οι συγκρούσεις και οι καταστροφές, το βιβλίο επιχειρεί να διαβάσει το τοπίο της Λέσβου σαν ένα ζωντανό ιστορικό αρχείο.
Γι’ αυτό, κάθε φορά που ένα δάσος καίγεται, χαρτογραφείται ή αποκαθίσταται, αξίζει να θυμόμαστε ότι δεν κοιτάμε απλώς ένα φυσικό τοπίο. Κοιτάμε έναν τόπο με βάθος, μνήμη και συνέχεια• ένα ανοιχτό υπαίθριο αρχείο, όπου το παρελθόν δεν έχει σβήσει, αλλά εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.