
«Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ο δρόμος για τον εαυτό του, η αναζήτηση ενός δρόμου, το σκαρίφημα ενός μονοπατιού. Κανείς ποτέ δεν κατόρθωσε να είναι εντελώς ο εαυτός του, μ’ όλο που ο καθένας μας τείνει να φτάση εκεί, ο ένας ψαχουλευτά, ο άλλος πιο χειροπιαστά, καθένας στα μέτρα του. Όλοι κουβαλάμε μέσα μας τα υπολείμματα από τη γέννησή μας, τον πηλό, του αυγού και τις μεμβράνες ενός αρχέτυπο κόσμου.
Πολλοί δεν καταφέρνουν να γίνουν ποτέ άνθρωποι, εξακολουθούν και μένουν βάτραχοι, σαύρες και μυρμήγκια. Άλλοι πάλι είναι από τη μέση και πάνω άνθρωποι κ’ έχουν ουρά ψαριού. Όμως ο καθένας από μας είναι ένα πείραμα της φύσης που σκοπός τουείναι ο άνθρωπος. Σε όλους μας οι ρίζες και οι μάνες είναι κοινές. Όλοι βγαίνουμε μέσα από το ίδιο στήθος και όλοι προσπαθούμε να βγούμε από τα σκοτάδια, αλλά ο καθένας επιδιώκει ένα δικό του σκοπό. Μπορούμε και καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά καθένας μπορεί να δώση εξήγηση μονάχα για τον εαυτό του».
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ντέμιαν, σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα,
εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1969, σσ. 10-11·
[τηρήθηκε η ορθογραφία του μεταφραστή].
Στη διαδρομή των τελευταίων διακοσίων χρόνων από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, δύο μαθήματα, τα Θρησκευτικά και η Ιστορία, κατά περιόδους βρίσκονται στο προσκήνιο. Πολιτικές και εκκλησιαστικές ιδεολογικές πεποιθήσεις προσπαθούν διαχρονικά να ελέγξουν το περιεχόμενο και τον τρόπο διδασκαλίας τους. Όσον αφορά το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν χωρά αμφιβολία ότι αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της θρησκευτικής εκπαίδευσης, με κύριο στόχο τη διαμόρφωση της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών.
Τα Προγράμματα Σπουδών των Θρησκευτικών, ειδικά από τη δεκαετία του 2000 και μετά, παρότι έχουν υποστεί ριζικές αλλαγές έχουν δεχθεί αυστηρή και οξεία κριτική τόσο από την Εκκλησία όσο και από μερίδα θεολόγων, αλλά και από φορείς που αρνούνται συνολικά τη μορφωτική αξία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Πολλές φορές, μάλιστα, αυτή η κριτική έχει λάβει διαστάσεις πολέμου χαρακωμάτων. Στη δημόσια σφαίρα η συζήτηση εγκλωβίζεται κυρίως γύρω από τον χαρακτήρα του μαθήματος: το περιεχόμενο, το ποιοι μαθητές πρέπει να το διδάσκονται, ποιοι έχουν δικαίωμα απαλλαγής και αν πρέπει να είναι υποχρεωτικό. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: το μάθημα των Θρησκευτικών —και λόγω έλλειψης επαρκούς θεσμικής του θωράκισης— στην εκπαιδευτική κοινότητα παραμένει εκτεθειμένο από επιστημονικής (θεολογικής) και παιδαγωγικής πλευράς.
Η μετατόπιση του παραδείγματος: Ο θρησκευτικός γραμματισμός
Το ερώτημα, όμως, που θα μπορούσε να δώσει μια άλλη, γόνιμη δυναμική στη συζήτηση είναι: Τι τέλος πάντων είναι η θρησκευτική εκπαίδευση, γιατί αποτελεί σημαντικό μέρος των γενικών μαθημάτων του εκπαιδευτικού μας συστήματος και γιατί καθίσταται απαραίτητη για τους μαθητές;
Η απάντηση σχετίζεται άμεσα με έναν από τους πολλούς γραμματισμούς που διδάσκονται στο σύγχρονο σχολείο: τον θρησκευτικό γραμματισμό (religiousliteracy). Στην επιχειρηματολογία όσων αρνούνται τη χρησιμότητα του μαθήματος, ο θρησκευτικός γραμματισμός συνήθως λείπει από τη συζήτηση, για να μην πούμε ότι αγνοείται παντελώς. Εκείνο που προτάσσεται —κι αυτό βέβαια είναι απόλυτα σεβαστό— είναι η υποκειμενική μη σχέση πολλών ανθρώπων με τη θρησκεία.
Το θέμα όμως είναι ότι τα ίδια τα Θρησκευτικά και το περιεχόμενό τους, μέσα από τις πολλές αλλαγές που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει στα Προγράμματα Σπουδών, δεν αποκλείουν τίποτα και κανέναν. Το ελληνικό σχολείο δια μέσου της ελληνικής κοινωνίας περιλαμβάνει συμπεριφορές, αξίες και παραδόσεις που έχουν ως βάση το θρησκευτικό φαινόμενο στην πολιτισμική του διάσταση. Η θρησκευτική εκπαίδευση, επομένως, συμβάλλει σημαντικά στη γνώση και ερμηνεία της «ταυτότητας» της κοινωνίας, αλλά και στον σεβασμό προς οτιδήποτε διαφορετικό, ακόμη και προς αυτόν ή αυτήν που αυτοπροσδιορίζεται ως άθεος ή άθεη.Όπως εύστοχα ο ιστορικός FernandBraudel στο έργο του «Γραμματική των Πολιτισμών» σημειώνει:«Ο Δυτικός Χριστιανισμός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η κύρια συνιστώσα της ευρωπαϊκής σκέψης, ακόμη και της ορθολογιστικής, που διαμορφώθηκε για να τον αντιπαλέψει, χωρίς όμως να έχει άλλη αφετηρία από τον ίδιο. [...] Ο Ευρωπαίος, ακόμη και άθεος, δεν παύει να είναι δέσμιος μιας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη συμπεριφορά του, και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση».Και: «Εμπρός σε αυτή τη βαθιά πραγματικότητα, η σύγχρονη εκκοσμικευμένη κοινωνία δίνει μερικές φορές την εντύπωση ότι έχει ξεχάσει τις χριστιανικές καταβολές της. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να το αποδίδουμε σε ένα υποτιθέμενο ρήγμα ανάμεσα στη θρησκεία και στην πνευματική εξέλιξη, αλλά να το δούμε ως μια δυναμική συνύπαρξη επιστήμης και θρησκείας, ως πολλαπλούς διαλόγους που δεν διακόπηκαν ποτέ. Οι ηθικοί κανόνες, η στάση εμπρός στη ζωή και στον θάνατο, η αντίληψη της εργασίας, ο ρόλος της γυναίκας — όλα απορρέουν, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, από αυτή την παράδοση».
Γιατί είναιαναγκαίος ο θρησκευτικός γραμματισμός;
Διότι:
· Καλλιεργεί την κριτική σκέψη: Αναπτύσσει την ικανότητα κατανόησης του θρησκευτικού φαινόμενου και την κριτική αποτίμηση των θρησκευτικών ιδεών, ενισχύοντας την πολυπολιτισμική ευαισθητοποίηση.
· Δεν αποτελεί κατήχηση: Παρέχει αντικειμενική γνώση των θρησκειών και της ιστορίας τους, χωρίς να απαιτεί θρησκευτική μύηση.
· Ερμηνεύει τον πολιτισμό: Εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι θρησκείες επηρεάζουν την ηθική, την τέχνη, την πολιτική και τις επιστήμες.
· Θωρακίζει απέναντι στον φανατισμό: Βοηθά τους μαθητέςαυριανούς πολίτες να αναγνωρίζουν τη θρησκευτική ποικιλομορφία, απορρίπτοντας πολυειδείς φονταμενταλισμούς.
· Είναι συμπεριληπτικός: Αποδέχεται και δεξιώνεται εξίσου τον πιστό και τον άπιστο μαθητή, δείχνοντάς τους διαφορετικούς θρησκευτικούς κόσμους σε κοινή και ειρηνική συνύπαρξη.
· Απαντά σε υπαρξιακές αναζητήσεις: Διατηρεί εντός της σχολικής τάξης ζωντανή την πιο πηγαία δίψα του ανθρώπου (ιδιαίτερα του εφήβου) για μεταφυσική και υπαρξιακή εγρήγορση γύρω από το μυστήριο του κόσμου, του ανθρώπου και της φύσης.
· Όσον αφορά τη μεγαλύτερη εσωτερική πρόκληση της θρησκευτικής εκπαίδευσης —το πώς δηλαδή αναδεικνύει τον ελληνικό θρησκευτικό πλούτο που βασίζεται στην ορθόδοξη παράδοση— αυτό επιτυγχάνεται όταν οι μαθητές εμβαθύνουν στην πολιτισμική ταυτότητά τους χωρίς παρωπίδες. Το παρακάτω παράδειγμα δεν προέρχεται από τη χριστιανική γραμματεία, αλλά από την ίδια τη λογοτεχνία και αναδεικνύει τον διαθεματικό χαρακτήρα του μαθήματος. Γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις «Δοκιμές»του:«Μια φορά, ένα τέλος του φθινοπώρου, μου φάνηκε πως με κεραυνοβόλα ενάργεια πέρασε ο θεός, ή η βυθισμένη τούτη μνήμη, κοντά μου. Και είπα: “κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”».Από τον ίδιο τον εκπαιδευτικό εξαρτάται αν αυτή την παράδοση θα τη συσκοτίσει με στείρο κατηχητισμό ή αν θα την αναδείξει ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ιστορικού, κοινωνικού και πνευματικού κράματος του Νεότερου Ελληνισμού.
Η νέα θεσμική πραγματικότητα: Το μάθημα της Ηθικής
Μια από τις σημαντικότερες πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν τη θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι η εισαγωγή του νέου εναλλακτικού μαθήματος της Ηθικής, το οποίο απευθύνεται στους μαθητές που απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 660/2018, 1479/2019).
Σύμφωνα με το πάγιο σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας (Αποφάσεις 1749/2019 και 1750/2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες σχετικές δικαστικές εντολές συμμόρφωσης), η διδασκαλία των Θρησκευτικών οφείλει να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους μαθητές με σκοπό την ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης, κατ' επιταγή του Άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος. Ταυτόχρονα, για να διασφαλιστεί η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης όσων επιλέγουν την απαλλαγή από τα Θρησκευτικά, το Κράτος αποφάσισε να προσφέρει ένα εναλλακτικό μάθημα. Γι’ αυτό το λόγο προχώρησε στη θεσμοθέτηση του μαθήματος της «Ηθικής» (αντί ενός εναλλακτικού θρησκειολογικού μαθήματος όπως είχε προταθεί από ακαδημαϊκούς φορείς, ώστε οι μαθητές να μην αποκόπτονται από το θρησκευτικό φαινόμενο). Παρά ταύτα, όπως έχει επισημανθεί και από το επίσημο Ψήφισμα του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ, πρόκειται για ένα μάθημα γενικής κανονιστικής ηθικής· «ένα συνονθύλευμα τυπικών κανόνων συμπεριφοράς» αποκομμένο από το «ιστορικό, πολιτισμικό και θρησκευτικό υπόβαθρο», γεγονός που δικαιολογεί ακαδημαϊκά τον χαρακτηρισμό του ως «Ηθική εν κενώ».
Όμως, πέραν των θεωρητικών ενστάσεων, ήδη από την αρχή του εφετινού σχολικού έτους εντοπίζεται τεράστιο πρόβλημα στη θεσμική θωράκιση και στον τρόπο εφαρμογής της διδασκαλίας της Ηθικής στη διδακτική πράξη, ένα πρόβλημα που συμπαρασύρει αναπόφευκτα και το μάθημα των Θρησκευτικών, με αποτέλεσμα:
1. Πρώτον, να υφίσταται παρερμηνεία του υποχρεωτικού χαρακτήρα των Θρησκευτικών, με το εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο, στελέχη της εκπαίδευσης (διευθυντές σχολικών μονάδων) να προτείνουν το μάθημα της Ηθικής στους μαθητές ως ένα γενικό «μάθημα επιλογής» έναντι των Θρησκευτικών. Η πρακτική αυτή αντιβαίνει ευθέως στην ισχύουσα νομοθεσία, αγνοώντας(;) ότι τα Θρησκευτικά παραμένουν υποχρεωτικό μάθημα των γενικών μαθητών και η Ηθική αφορά αποκλειστικά και μόνο όσους υπό προϋποθέσεις απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά
2. Δεύτερον, υπάρχουν ζητήματα γύρω από το ποια ειδικότητα θα διδάσκει την Ηθική. Σύμφωνα με τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας η διδασκαλία του μαθήματος της Ηθικής ακολουθεί συγκεκριμένη και αυστηρή σειρά αναθέσεων ανά ειδικότητα:
o Α' Ανάθεση: ΠΕ01 (Θεολόγοι).
o Β' Ανάθεση: ΠΕ02 (Φιλόλογοι).
o Έπονται: Απόφοιτοι του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης / Μ.Ι.Θ.Ε.
o Τελευταία σειρά προτεραιότητας: Απόφοιτοι Τμημάτων Κοινωνικών Επιστημών.
Η ανάθεση με προτεραιότητα στους Θεολόγους, η οποία προτάθηκε και κερδήθηκε από τον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με την πίεση για τη δημιουργία διακριτών τμημάτων, προκαλεί λειτουργικές δυσλειτουργίες και ανακατατάξεις στα Ωρολόγια Προγράμματα των σχολικών μονάδων, υποβαθμίζοντας την εύρυθμη λειτουργία τους.
Οι απαλλαγές από το μάθημα των Θρησκευτικών
Το ζήτημα των απαλλαγών από το μάθημα των Θρησκευτικών εκτείνεται πολύ πέρα από τις καθαυτό νομικές του διαστάσεις. Παρά το γεγονός ότι οι σχετικές εγκύκλιοι συχνά παρερμηνεύονται ή καταστρατηγούνται στην πράξη, η διαχείριση των απαλλαγών εξελίσσεται σε μια πολυεπίπεδη πρόκληση που δοκιμάζει τις ισορροπίες μεταξύ μαθητών, θεολόγων, διευθυντών, συλλόγων διδασκόντων και γονέων. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι η εκπαιδευτική κοινότητα και η οικογένεια που αρνείται τη θρησκευτική εκπαίδευση τους παιδιού της, εγκλωβίζονται συχνά σε μια σχέση αμοιβαίας άμυνας και καχυποψίας, με άμεσο θύμα το ίδιο το γνωστικό αντικείμενο, το μάθημα των Θρησκευτικών.
Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι ποικίλλουν τα κίνητρα πίσω από τις αιτήσεις απαλλαγών. Σε αρκετές περιπτώσεις, γονείς και μαθητές προβάλλουν ενστάσεις ως προς τη διδακτική μεθοδολογία και παρουσία του θεολόγου εκπαιδευτικού. Στο Λύκειο, το φαινόμενο αποκτά συχνά χρησιμοθηρικό χαρακτήρα, καθώς η απαλλαγή αξιοποιείται για τη μείωση ενός λιγότερου μαθήματος για τους μαθητές. Παράλληλα, καταγράφονται ιδεολογικές αντιθέσεις, με μερίδα των γονέων να αμφισβητεί τη δυνατότητα της χριστιανικής πίστης να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας ή να υποτιμά τον πολιτισμικό ρόλο των θρησκειών. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται προφανώς και οι απαλλαγές για λόγους θρησκευτικής συνείδησης (άθεοι, αλλόθρησκοι, αγνωστικιστές, κ.ά.), συνθέτοντας ένα σκηνικό απόλυτου εκπαιδευτικού αδιεξόδου.
Όμως, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να διευκρινιστεί ότι ο παραπάνω προβληματισμός δεν στρέφεται κατά του δικαιώματος της απαλλαγής. Η θεσμοθετημένη και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ελευθερία των γονέων να επιλέγουν αν τα παιδιά τους θα απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά ή θα έχουν διαφορετική θρησκευτική εκπαίδευση είναι απολύτως σεβαστή. Το μείζον ζήτημα είναι η ευρύτερη απαξίωση της μορφωτικής και ανθρωπιστικής αξίας του μαθήματος, καθώς το σύγχρονο, τεχνοκρατικό σχολείο τείνει να παραμερίζει την ουσιαστική παιδεία χάριν της χρησιμοθηρίας.
Αυτή η κρίση, ωστόσο, δεν είναι μονοδιάστατη, δεν αφορά μόνο το μάθημα των Θρησκευτικών, επηρεάζει βαθύτατα το σύνολο των ανθρωπιστικών σπουδών και των μαθημάτων της κλασικής παιδείας. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, την οποία η κοινωνία ίσως δεν έχει ακόμη πλήρως συνειδητοποιήσει, οι θεολόγοι καλούνται να επιδείξουν αντανακλαστικά εξωστρέφειας. Αντί για μια στείρα αμυντική στάση, απαιτείται γόνιμος διάλογος με την οικογένεια και ειλικρινής διερεύνηση των αιτιών του φαινομένου των απαλλαγών. Δεν αρκούν οι αιτήσεις των γονιών, που ακόμη και ένας μαθητής προσκομίζει στον διευθυντή ενός σχολείου, και το ζήτημα να τελειώνει χωρίς καμία περαιτέρω καλοπροαίρετη διερεύνηση και διευκρίνιση. Σε αντίθετη περίπτωση, ολάκερη η εκπαιδευτική κοινότητα κινδυνεύει να βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων, εγκλωβισμένη στα τείχη που, κατά τον Αλεξανδρινό ποιητή, υψώθηκαν «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ».
Ο θρησκευτικός γραμματισμός στοελληνικό σχολείο του 21ου αιώνα
Σε έναν κόσμο άκρως εκκοσμικευμένο, που απειλείται ξανά από τον φανατισμό και την πνευματική μονομέρεια, το σύγχρονο ελληνικό σχολείο οφείλει να προσφέρει στους μαθητές τα κλειδιά για να ερμηνεύουν το παρελθόν τους, να κατανοούν το παρόν τους και να συνυπάρχουν ειρηνικά στο μέλλον. Η θρησκευτική εκπαίδευση, απαλλαγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος, δεν είναι πολυτέλεια· είναι βασική προϋπόθεση δημοκρατικής παιδείας. Οι θεολόγοι καθηγητές διδάσκουν ένα μάθημα έχοντας ως βάση την επιστήμη της Θεολογίας, με συγκεκριμένη διδακτική μεθοδολογία, παιδαγωγική ευαισθησία και ενσυναίσθηση. Κακώς, πολύ κακώς, μερίδα συμπολιτών μας απαξιώνει την παρουσία και τον ρόλο τους στο σχολείο.
*Ο Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας είναι Θεολόγος Καθηγητής,Υποδιευθυντής στο Πρότυπο ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου,DEA Ιστορίας ΑΠΘ,Δρ Θεολογίας ΑΠΘ,Γενικός Γραμματέας Πανελληνίου