
Σε καταστάσεις κρίσης, όπως αυτήν που επικρατεί στην Λέσβο, βοηθάει πάντοτε να παρατηρούμε τί στρατηγικές ακολουθήθηκαν σε αντίστοιχες καταστάσεις και ποια ήταν τα αποτελέσματά τους. Αυτό μας βοηθάει να σχηματίσουμε μια πιο θεμελιωμένη και ορθή άποψη (επιστημονική και μη). Προφανώς το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κύπρος μας, με το οποίο "γειτονικό" νησί παρουσιάζουμε τόσο διαφορές, όσο και ομοιότητες.
Αναλύοντας τα σημεία στα οποία διαφέρουμε, η ύπαρξη χερσαίων και όχι θαλάσσιων συνόρων με την κοινή γειτονική μας χώρα, Τουρκία, δεν διευκολύνει τα πράγματα για τους Κύπριούς μας. Πάραυτα, οι διαχείριση του Αφθώδους Πυρετού στην Κύπρο φαίνεται να βρίσκεται σε μια σχετικά καλύτερη μοίρα συγκριτικά με το δικό μας νησί (βάσει των δεδομένων και των λεγομένων τους)!
Παράλληλα, η έως τώρα κατανομή των κρουσμάτων παρουσιάζει και αυτή διάφορες. Στην Κύπρο βλέπουμε ότι οι πλειονότητα των θετικών εκτροφών είναι συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένες περιοχές, σε αντίθεση με το νησί μας όπου, έχοντας ολοκληρώσει περίπου το 30% της ιχνηλάτησης, βλέπουμε πως οι ζώνες προστασίας και επιτήρησης καταλαμβάνουν σχεδόν το 50% της έκτασης του νησιού με πολλές φορές ομοιόμορφη διασπορά! Ακολούθως, αξίζει να τονίσουμε την πυκνότητα των θετικών εκτροφών στον χώρο.
Η Κύπρος είναι ένα νησί 9.250 τετραγωνικών χιλιομέτρων (τ.χιλ.), που αφαιρώντας την έκταση των κατεχομένων εδαφών (3.330 τ.χιλ.) υπολογίζεται πως το κράτος της Κύπρου είναι χονδρικά 6.000 τ.χιλ., έχοντας έναν συνολικό αριθμό κρουσμάτων στα 110 και μάλιστα χωρικά συγκεντρωμένων σε συγκεκριμένες περιοχές.
Η Λέσβος, αντίθετα, έχει έκταση 1.640 τ.χιλ. και έως τώρα (στο 30% ιχνηλάτηση) έχει παρουσιάσει 79 κρούσματα. Αν θέλαμε να μετατρέψουμε αυτά τα στοιχεία σε μια πιο εύληπτη μονάδα, η Κύπρος έχει ένα κρούσμα ανά 54,5 τ.χιλ. και η Λέσβος ανά 20,8 τ.χιλ., δηλαδή για την ίδια αναλογικά έκταση η Λέσβος θα είχε 2,6 φορές περισσότερα κρούσματα και μάλιστα με πολυεστιακή κατανομή (αυτό είναι για κατανόηση και δεν αποτελεί την πραγματική κατανομή στα νησιά αυτά απλώς έναν μέσο όρο για σύγκριση μεγεθών).
Προφανώς, η παρουσίαση της τρέχουσας κατάστασης μέσω αυτών των στοιχείων είναι υπεραπλουστευμένη και τα πραγματικά επιδημιολογικά μοντέλα είναι πολύ πιο περίπλοκα και λαμβάνουν υπόψη μεγαλύτερο πλήθος παραγόντων.
Επιπροσθέτως, η Κύπρος έχει μεγαλύτερο αριθμό βοοειδών και χοίρων συγκριτικά με το νησί μας, το όποιο ωστόσο είναι δίκοπο μαχαίρι, καθώς τα βοοειδή αν και αποτελούν "αποθήκη" του ιού σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι τα αιγοπρόβατα, τα συμπτώματα του Αφθώδους Πυρετού σε βοοειδή και χοίρους στην πλειονότητα τους είναι αρκετά εμφανέστερα, κάτι θετικό ως προς την ευκολία ανίχνευσης της νόσου.
Τελευταίο και σημαντικότερο είναι η διαχείριση αυτής της κρίσης, που στην Κύπρο ήταν ταχύτερη και πιο στοχευμένη. Οι ενέργειες-συμφωνίες για να διακινούν και να εξάγουν τα προϊόντα τους ήταν πιο ταχείες, η διαχείριση από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και το κράτος πιο ορθή και οι αποζημιώσεις που υπόσχονται πολύ πιο ικανοποιητικές (έως 420€ για αιγοπρόβατα και έως 2500€ για βοοειδή).
Ο χρόνος στον οποίο θα δοθούν είναι άλλο θέμα. Προφανώς, δεν είναι όλα όσο ιδανικά παρουσιάζονται στο "γειτονικό" νησί, όσον αφορά την διαχείριση και την ταχύτητα δράσης, αλλά η διαύγεια πως μόνο η επιτήρηση και θανάτωση δεν αρκούσε και έπρεπε να προστεθεί ο εμβολιασμός πρέπει να τονιστεί.
Σχετικά με τις ομοιότητες μας, προφανώς είμαστε και οι δύο νησιά και επομένως έχουμε, εν δυνάμει, την δυνατότητα καλύτερου ελέγχου του νοσήματος. Επιπλέον, υπακούμε στους ίδιους κανονισμούς και το σημαντικότερο, έχουμε τα ίδια μέσα στην διάθεση μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση!
Προφανώς η συζήτηση του εμβολίου είναι τεράστια και έχουμε διευκρινίσει αρκετές φορές πως δυστυχώς παρά πολύ δύσκολα, έως αδύνατο, θα επιβιώσει θετικό ζώο σε PCR ή αντισώματα. Βάσει της βιβλιογραφίας, ασχέτως αντισωμάτων, ο ιός ορισμένες φορές παραμένει στην περιοχή του στοματο-φάρυγγα και μπορεί, εν δυνάμει, να μεταδοθεί. Το αν τελικά ισχύει κάτι άλλο δεν θεωρούμε πως είναι η ώρα ή ότι έχουμε την πολυτέλεια να το ψάξουμε.
Παρόλα αυτά, το εμβόλιο του Αφθώδους Πυρετού είναι εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ικανοποιητικά αποτελεσματικό, νεκρό και όχι ζωντανό και όπως φαίνεται και με την Κύπρο μπορεί να βοηθήσει να σωθεί μεγάλος αριθμός ζώων, για τον απλό λόγο του ότι ένα εμβολιασμένο θετικό ζώο απεκκρίνει μικρότερη ποσότητα του ιού και ένα εμβολιασμένο αρνητικό ζώο είναι δυσκολότερο να νοσήσει (όχι αδύνατον όμως!), γιατί χρειάζεται να δεχτεί μεγαλύτερη ποσότητα του ιού. Εντούτοις, δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες και να εθελοτυφλούμε για τις επιπτώσεις του εμβολιασμού.
Με τον εμβολιασμό όλη η χώρα βγαίνει από το καθεστώς "Ελεύθερη Αφθώδους Πυρετού, δίχως εμβολιασμό". Για να ανακτηθεί αυτή η ταυτότητα θα πρέπει να έχει σταματήσει ο εμβολιασμός, να μην έχουμε πλέον νέες (και παλιές) θετικές εκτροφές, να έχουμε απομακρύνει κάθε ζώο που έχει εμβολιαστεί (όχι μέσω θανάτωσης, αλλά κανονικά σφαγή και κατανάλωση, αυτό ουσιαστικά θα λυθεί με έναν πιο γρήγορο ρυθμό αντικατάστασης στο κοπάδι και εν ολίγοις θα κρατούνται πολλά περισσότερα ζώα για αρνάδια-ζώα αντικατάστασης, ενώ θα απομακρύνονται πιο πολλές μάνες κάθε χρόνο).
Επίσης έπειτα από όλα αυτά θα πρέπει να παρέλθει και ένα χρονικό διάστημα περίπου τρεις με έξι μήνες (αναλόγως εάν τα εμβολιασμένα ζώα σφαγούν αμέσως ή γίνει σταδιακή απομάκρυνση τους). Συνεπώς, η όλη στρατηγική αντιμετώπισης θα πάρει ίσως και μερικά χρόνια.
Βέβαια υπάρχει κάποιο ενδεχόμενο να βγει από αυτό το καθεστώς μόνο το νησί της Λέσβου και όχι ολόκληρη η χώρα, ωστόσο αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο. (Πολιτικά και εμπορικά είναι αβέβαιο αν θα μπορέσουμε να το διεκδικήσουμε, ωστόσο επιστημονικά είναι απόλυτα λογικό και ορθό)
Ωστόσο, η Κύπρος κρίνεται με τα ίδια κριτήρια όπως θα κάναμε και εμείς στο σενάριο του εμβολιασμού, τόσο για την ταυτότητα της χώρας όσον φορά το νόσημα, όσο και για τις εξαγωγές της, αποδεικνύοντας πως με κατάλληλη διαχείριση, ακόμα και σε εμβολιασμό, μπορούμε να βρούμε λύσεις για τα προϊόντα μας και τις τιμές τους (σε ένα βαθμό), καθώς υπάρχουν εναλλακτικές αγορές στο εξωτερικό.
Η κατάσταση στο νησί όπως φαίνεται ίσως είναι πιο δυσμενής συγκριτικά με αυτήν της Κύπρου. Μεταξύ των επιστημόνων κτηνιάτρων υπάρχουν μερικές φορές διαφωνίες και διχασμός, καθώς ένας αριθμός θεωρεί πως μόνο η θανάτωση και η βιοασφάλεια είναι η λύση.
Μια άλλη μερίδα θεωρεί ότι πρέπει να φτάσουμε σε μεγαλύτερα ποσοστά ιχνηλάτησης του νησιού ή έστω να κινηθούμε δειγματοληπτικά για να δούμε μέχρι που έχει φτάσει το νόσημα και μετά να πάρουμε κάποια οριστική απόφαση. Αντίθετα, ένα μεγάλο μέρος κτηνιάτρων ήταν υπέρ του εμβολιασμού εξ'αρχής ή από ένα σημείο και μετά, διότι θεωρούσε πως η διαχείριση δεν θα είναι ορθή και επαρκής (όπως έγινε και στην Ευλογία & Πανώλη) με κάποιους να υποστηρίζουν επιλεκτικό εμβολιασμό περιοχών και ζώων και άλλους καθολικό εμβολιασμό όλου του νησιού.
Πιθανότατα και οι δύο τελευταίοι να δικαιωθούν, όσο προχωράμε. Η πρόβλεψη, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα και αποτελέσματα, είναι ένα ποσοστό θετικών εκτροφών του νησιού γύρω στο 10-15%.
Από τις 3000 εκτροφές του νησιού (εφόσον είναι όντως τόσες σε αριθμό) αυτό θα μπορούσε δυνητικά (και τονίζεται το δυνητικά και όχι απόλυτα) να μεταφράζεται σε 300 θετικές εκτροφές. Άρα, υπάρχει πιθανώς ένας μεγάλος αριθμός θετικών κοπαδιών που έπεται να ανακαληφθεί, με εμάς να κυνηγάμε από πίσω τον ιό, εάν συνεχίσουμε στους ίδιους ρυθμούς και με την ίδια ακριβώς στρατηγική.
Ουσιαστικά, ο εμβολιασμός θα μας δώσει χρόνο μέχρι να βρούμε αυτά τα κοπάδια, μειώνοντας παράλληλα την διασπορά, καθώς με τους παρόντες ρυθμούς η ιχνηλάτηση θα ολοκληρωθεί τουλάχιστον εντός του καλοκαιριού, δίχως να λαμβάνουμε υπόψη τον δεύτερο κύκλο δειγματοληψιών!
Σε ένα υποθετικό σενάριο, ένα άτομο (κτηνίατρος ή βοηθός) έχει την δυνατότητα να εμβολιάσει έως και 500 ζώα ανά ημέρα (σε ιδανικές συνθήκες μπορεί εύκολα να φτάσει έως και 1000). Για να πραγματοποιηθεί καθολικός εμβολιασμός του συνολικού εκτιμώμενου αριθμού ζώων του νησιού (που εκτιμάται στα 400.000) θα χρειαζόταν περίπου τριάντα άτομα και σχεδόν τριάντα ημέρες.
Λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι το σχήμα εμβολιασμού περιλαμβάνει δύο διαδοχικούς εμβολιασμούς με μεσοδιάστημα ένα μήνα και στην συνέχεια επαναληπτικό εμβολιασμό κάθε έξι μήνες, το σενάριο του εμβολιασμού δεν αποτελεί ανέφικτο στόχο!
Οποία στρατηγική και αν επέλεγε η χώρα μας (ιχνηλάτηση & θανάτωση ή και συνδυασμός με εμβολιασμό) αυτή προϋποθέτει να γίνει σωστά, να διατεθούν πολλοί πόροι, επαρκής αριθμός κτηνιάτρων (που στην περίπτωση της άμεσης και ταχείας ιχνηλάτησης είναι συγκριτικά περισσότεροι), να γίνει γρήγορα και το κυριότερο να έχει σχηματιστεί ένα ακριβές πλάνο και χρονοδιάγραμμα ενεργειών το οποίο θα αποτελεί κατευθυντήριο οδηγό για το πότε πρέπει να στραφούμε σε επιπλέον στρατηγικές από τις ήδη υπάρχουσες!
Δυστυχώς, μάλλον χάσαμε σε όλα τα παραπάνω. Εάν θεωρούμε πως οφείλουμε να είμαστε πιστοί στην στρατηγική της ιχνηλάτησης και εκρίζωσης, δίχως εμβολιασμό, θα έπρεπε να βρίσκονταν 50-100 κτηνίατροι στο νησί από την πρώτη εβδομάδα, οι οποίοι θα είχαν όλα τα απαραίτητα υλικά που απαιτούνται δίχως ελλείψεις και μάλιστα η οργάνωση τους δεν θα αφηνόταν στους ίδιους όπως συνέβη αρκετές φορές.
Ας μη εστιάζουμε λοιπόν στα πρωτόκολλα εμβολιασμού και τα ιδανικά σενάρια δειγματοληψίας στον χρόνο μετά από αυτόν, ψάχνοντας να βρούμε λόγους για τους οποίους δεν θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε σωστά τον εμβολιασμό ή γιατί αυτός θα μπορούσε να αποτύχει, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχει πετύχει επαρκώς κάποιο από τα μέτρα που λάβαμε για να έχουμε ένα καλό μέτρο σύγκρισης.
Συνεπώς, ας πάρουμε παράδειγμα από τους γείτονές μας, όσον αφορά τον εμβολιασμό και πόσο μπορεί να προσφέρει στην διαχείριση αυτής της κρίσης, ιδίως όταν αυτές οι δηλώσεις έρχονται από το ίδιο το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης της Κύπρου!
Γιατί όποιος θεός ισχύει για αυτούς, ισχύει και για εμάς! Τίποτα δεν είναι ανέφικτο και ο εμβολιασμός, εάν προσηλωθούμε, μπορούμε κάλλιστα να τον εφαρμόσουμε, οργανώνοντας ένα σχέδιο εμβολιασμού είτε τμηματικού χωρικά είτε καθολικού για όλο το νησί (Με το δεύτερο να είναι το πιο ορθό, λόγω του επείγοντος της κατάστασης!)