
Η αυτοκτονία στην εφηβική ηλικία αποτελεί ένα γεγονός που συγκλονίζει όχι μόνο επειδή αφορά στην απώλεια νέων ζωών, αλλά και επειδή μας φέρνει αντιμέτωπους με κάτι από το αδύνατο της ανθρώπινης οδύνης να ειπωθεί και να αναπαρασταθεί. Με αφορμή το τραγικό γεγονός των εφήβων κοριτσιών, αναδεικνύεται εκ νέου η ανάγκη να προσεγγίσουμε την ψυχική υγεία των εφήβων όχι μόνο μέσα από διαγνωστικές κατηγορίες και στατιστικά δεδομένα, αλλά και μέσα από την αναγνώριση της μοναδικότητας του υποκειμενικού τους βιώματος.
Η εφηβεία αποτελεί μια κρίσιμη στιγμή ψυχικής αναδιοργάνωσης. Σηματοδοτεί μια βαθιά αναδιάταξη του ψυχικού και σωματικού βιώματος: το σώμα αλλάζει, οι παιδικές βεβαιότητες κλονίζονται και το υποκείμενο καλείται να αρθρώσει εκ νέου τη θέση του απέναντι στην επιθυμία του Άλλου, στη σεξουαλικότητα, στους δεσμούς και στην προοπτική του μέλλοντος. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία συχνά αναδύονται με ιδιαίτερη ένταση αισθήματα κενού, μοναξιάς, ανεπάρκειας ή αδυναμίας εγγραφής σε έναν κόσμο που μοιάζει να απαιτεί διαρκώς εικόνες επιτυχίας, πληρότητας και απόλαυσης.
Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Jacques Lacan συνέδεσε την αυτοκτονική πράξη με στιγμές ακραίας ρήξης του υποκειμένου με τον συμβολικό δεσμό και με την αδυναμία να βρεθεί ένας τόπος όπου η αγωνία του να μπορεί να αρθρωθεί. Από αυτή την οπτική, η αυτοκτονικότητα δεν μπορεί να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα μιας μόνο αιτίας ούτε να ερμηνευθεί με απλουστευτικούς όρους. Κάθε υποκείμενο σχετίζεται με την οδύνη του με έναν μοναδικό τρόπο.
Στη σύγχρονη εποχή της απόλαυσης, οι έφηβοι βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με έναν κατακερματισμό των δεσμών, με αυξημένα αισθήματα απομόνωσης και με μια συνεχή έκθεση στο βλέμμα του άλλου, ιδιαίτερα μέσα από τα ψηφιακά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα. Το βλέμμα αυτό μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, μπορεί όμως και να βιωθεί ως αμείλικτο ή βαθιά επικριτικό , εντείνοντας αισθήματα αποκλεισμού και ψυχικής ευαλωτότητας. Όταν ο έφηβος δυσκολεύεται να βρει λέξεις για αυτό που βιώνει ή έναν Άλλο πρόθυμο να ακούσει χωρίς βιασύνη και χωρίς κρίση, ο ψυχικός πόνος κινδυνεύει να βιωθεί ως αδιέξοδος.
Απέναντι σε τέτοια γεγονότα, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον δημόσιο λόγο. Η δραματοποίηση, η αναζήτηση εύκολων εξηγήσεων ή η αναπαραγωγή λεπτομερειών δεν βοηθούν στην κατανόηση του φαινομένου ούτε στη στήριξη των νέων ανθρώπων που βιώνουν ψυχική δυσφορία. Αντίθετα, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι χώροι λόγου και ακρόασης μέσα στις οικογένειες, στις σχολικές κοινότητες και στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ώστε τα παιδιά και οι έφηβοι να μπορούν να εκφράσουν την αγωνία και την απόγνωσή τους πριν αυτές μετατραπούν σε πράξη.
Θεωρούμε ότι η προστασία της ψυχικής υγείας των νέων ανθρώπων αποτελεί συλλογική ευθύνη. Η απώλεια νέων παιδιών αφήνει ένα βαθύ τραύμα στις οικογένειες, στους συνομηλίκους τους και στην κοινότητα συνολικά. Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια και την αλληλεγγύη μας σε όλους όσοι πενθούν αυτή την οδυνηρή απώλεια, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα πόσο κρίσιμο είναι να υπάρχουν χώροι όπου η αγωνία και ο ψυχικός πόνος να μπορούν να βρουν λόγο και ακρόαση.
Βαρβαρέσου Ξένια, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια Επιστημονικά Υπεύθυνη ΚΜΨΥ Παιδιών & Εφήβων Β. Αιγαίου
Νικολέττα Κώνστα, Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, Πρόεδρος και Νόμιμη Εκπρόσωπος της ΑμΚΕ Ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων “Αγκαλιά”