
Δύο μαθήτριες, λίγες μέρες πριν αρχίσουν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις, αυτοκτονούν, πέφτουν από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου ζουν με την οικογένειά τους. Δύο ερωτήματα, νομίζω, ότι έχουν αξία να συζητηθούν: πρώτον, είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε σοβαρά ποιες είναι οι αιτίες που αυτά συμβαίνουν αλλά και οι συνέπειες αυτού του τραγικού γεγονότος στο χώρο της εκπαίδευσης;Και δεύτερον, σ’ ένα απαξιωμένο από ολάκερη την κοινωνία σχολείο, αναρωτηθήκαμε που εδράζεται η απουσία κάθε προσωπικής αξιολόγησης με κριτήρια ψυχικής παρουσίας, οντότητας κάθε μαθητή, που επιλέγει την μια ή την άλλη κατεύθυνση για να σπουδάσει;
Δεν χωρά αμφιβολία πως, ο λεγόμενος «επαγγελματικός προσανατολισμός», για τον οποίο στελέχη της εκπαίδευσης καυχώνται ότι τον προωθούν σε σχολικές μονάδες, στηρίζεται πάνω σε αφηρημένα σχήματα, με τα διάφορα επαγγέλματα που, από πλασιέ της «αγοράς εργασίας» προτείνονται σε μαθητές, όχι για να σπουδάσουν μια επιστήμη αλλά να «σπουδάσουν»για να «βρουν δουλειά». Το πτυχίο πια έχει γίνει ένα χαρτί.Αυτό, λένε, οδηγεί στην «αγορά εργασίας». Νοοτροπία ασπάλακα.Τηνέχουν ουκ ολίγοι γονείς αλλά και οι αετονύχηδες του δήθεν «επαγγελματικού προσανατολισμού».
Μαθητές των τριών τάξεων Λυκείου, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, βουτηγμένοι στα βαθιά νερά του πιο αλλοπρόσαλλου και πιο βάρβαρου εκπαιδευτικού συστήματος δίνουν αλλεπάλληλες εξετάσεις για να εισαχθούν σε πανεπιστημιακές σχολές, προσαρμοσμένες στις «ανάγκες της εποχής», της «κοινωνίας» και της «κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής»,πέρα από τις προσωπικές ανάγκες, τις αρετές, τα χαρίσματα ή τα ελαττώματά τους.
Τραγικό γεγονός η απομάκρυνση πολλών μαθητών από την κλασική παιδεία και από τη φύση, εξού και ο γλωσσικός αναλφαβητισμός και ο επερχόμενος εκβαρβαρισμός, για τον οποίο εν έτει 1888, είχε γράψει ο πολύς Φρ. Νίτσε τα περίφημα «Μαθήματα για την Παιδεία», καταγγέλλοντας την παραχάραξη της έννοιας ΠΑΙΔΕΙΑ.
Πόση ακόμα«διδασκαλία της αμάθειας» θα αντέξουν οι μαθητές; Πόση παραπαιδεία; Πόση απαξίωση του σχολείου; Πόση διαφθορά, όταν το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα -που βρωμάει από το κεφάλι κι η δυσοσμία αυτής της διαφθοράς φτάνει μέσα στα σχολεία, με γεγονός ότι σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί με παιδαγωγική αγάπη και παιδαγωγική σχεσιοδυναμική του προσώπου- θα αντέξουν οι μαθητές;Πόση απουσία νοήματος ζωής; Πόσο παπαγαλισμό της διδακτέας και εξεταστέας ύλης;
Σ’ αυτή τη φάση του παπαγαλισμού και της ιλιγγιώδους απαξίωσης της κριτικής σκέψης ο μαθητής,έρμαιοτου εκπαιδευτικού συστήματος, ως άτομο πια κι όχι ως πρόσωπο, κινείται χρησιμοθηρικά για να εξασφαλίσει μια θέση στον ήλιο. Τα «άλλα», τα καίρια στη ζωή όπως λέει κι ο Ελύτης, λογίζονται ως περιττά, δεν χρειάζονται, γιατί όλοι «πρέπει» να σπουδάσουν Ιατρική και Νομική, γιατί έτσι καταξιώνεται η γκλαμουριά κάποιων γονιών.
Πριν λίγα χρόνια είχε γίνει μια πολύ καλή έρευνα σε εφήβους. Τα αποτελέσματά της έχουν δημοσιευθεί σ’ ένα βιβλίο με τίτλο «Τάξη + Αταξία», με ιδιαίτερα αποκαλυπτικές και αποστομωτικές απαντήσεις μαθητών σε ερωτήματα για το πως λειτουργεί σήμερα το σχολείο. Στο βιβλίο αυτό δημοσιεύθηκαν και άρθρα ειδικών, απ’ όλο το φάσμα των γραμμάτων και των τεχνών. Με αφορμή το τραγικό γεγονός της αυτοκτονίας των δύο μαθητριών, παρακάτω αντιγράφω ένααπόσπασμα.
Έχω την ταπεινή γνώμη πως, αν το διαβάσουμε με αυτοκριτική, ίσως, κάποια στιγμήδούμε ΦΩΣ στα σχολεία. Συγγραφέας είναι ο Χρήστος Κεχαγιόγλου, Πολιτικός Μηχανικός και Σκηνοθέτης Κινηματογράφου. Απολαύστε τι γράφει, κι ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του:
«Θα τελειώσω ένα σχολείο ανάπηρο που με οδηγεί χωρίς ενοχές στα φροντιστήρια. Εκεί με σκληρή καταναγκαστική δουλειά, πνευματικά απροστάτευτος, χωρίς ωράριο, με κλεμμένο τον ελάχιστο χρόνο, περνώ στο πανεπιστήμιο. Μου μάθανε να περιφρονώ τον Όμηρο, τα θρησκευτικά, τις τέχνες και τη γυμναστική, κέρδισα χρόνο και πέτυχα.
Συγκινημένος στην αρχή, κουρέλι απ‘ την κούραση, χωρίς να συνειδητοποιώκαι πολύ τι μου συμβαίνει, ξεσπάω για ένα διάστημα, ξεδίνω, πίνοντας και καπνίζοντας, συζητάω για το νόημα της ζωής με τ’ άλλα κουρέλια, ακούω μουσική και ξημερώνομαι στο internet, ξυπνώ το μεσημέρι. Κάτι συμβαίνει μέσα μου. Σ’ αυτή τη θεσπέσια παύση μια φωνή ακούγεται βαθιά απ’ το πηγάδι. Ποιος είναι; Ποιος εγώ; Υπάρχω;… Με κοιτάνε. Θέλει να γλυτώσει! Από τι άραγε; Περίεργο πλάσμα. Του μιλάμε, δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μπα, τι του μαθαίναμε τόσα χρόνια; Τι του μαθαίνατε τόσα χρόνια;… Τι φοιτητής είναι αυτός;
Η ύπαρξή του αμφισβητεί αυτή την ίδια την έννοια της επιστήμης, υποδαυλίζει το ξόανο κάθε ιερό και όσιο. Είμαι ο κανένας, ο φροντιστηριάκιας, το φυτό, το νούμερο 6 εισαχθείς-απεχθής στους πολιτικούς μηχανικούς, ο “δέστε πως κατάντησε”. Ποιος είμαι; Εγώ ποιος είμαι, ή ποιος είστε; Είστε μασκαρεμένος, δε σας βλέπω.
Η φωνή σας παράξενη, οι παύσεις σας σκέτο θρίλερ. Ποιος είστε, κύριε; Άλλα λένε οι λέξεις σας κι άλλα εννοούν. Μήπως δεν παίζουμε στο ίδιο όνειρο; Ποιο είναι το παιχνίδι σας; Η αγορά;
Το κακάσχημο τέρας, που περιφέρετε με το λουρί περήφανα, το δημιούργημά σας μου ‘κατσε βαρύ πλατύ στο κεφάλι. Θα πεθάνω, κύριε, πάρτε το τέρας παραπέρα.Κύριε, οι επιστήμες, οι τέχνες, ο έρωτας, κύριε, λιώνουν κάτω από τη χοντρή του την κοιλιά. Βρυχάται το τέρας, κύριε, και ουρλιάζει την ύστατη αλήθεια του τον ανταγωνισμό. Δε θα ‘μαι, λέει, έτσι που το πάω έτοιμος για τις προκλήσεις της εποχής μου. Θα μείνω πίσω, κύριε, θα χάσω το τρένο της ζωής, θα, θα, θα ρημάξω, κύριε.
Αγουροξυπνημένος μετά από 12 χρόνια σχολείου δεν έμαθα ακόμη να εκμεταλλεύομαι το χρόνο. Κύριε, τι ωραίες εκφράσεις που χρησιμοποιείτε! Να εκμεταλλεύομαι το χρόνο! Το χρόνο προσπαθώ να καταλάβω τόσα χρόνια, το νόημα, το νόημα τόσου χρόνου. Θέλω να του δώσω ένα όνομα. Μα αυτός είναι ντυμένος υποχρέωση, μου ξεγλιστρά.
Κύριε, ο χρόνος σας είναι τραβεστί! Εγώ, κύριε, κερδισμένος αισθάνομαι στις οάσεις μου, όταν ξοδεύω το χρόνο μου στη μουσική, στα γκράφιτι, στο διάβασμα, στη φιλοσοφία, στις βόλτες με τις παρέες. Μα αυτά δεν είναι ακριβώς κάτιχρήσιμο, είναι και δεν είναι, όλα είναι θέμα μέτρου, λέτε. Μέτρον άριστον, όλα με το μέτρο δηλαδή. Κύριε, γιατί δεν αντιδράτε; Σας περιπαίζουν.
Τη δουλεία σας τη μετατρέψατε σε φυλακή, το σπίτι σε βασανιστήριο, τον έρωτα σε πορνογραφία. Μιλάτε με κλισέ. Κύριε, με ξένη φωνή δανεισμένη από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, χάσατε την πίστη, τους φίλους σας, ζείτε στην αγωνία της γρίπης, της κρίσης του περιβαλλοντικού ολέθρου, του τσουνάμι της οικονομίας, της απιστίας. Είναι τρομακτική και απάνθρωπη η τάξη σας, Κύριε. Ταχτοποιημένη σαν την απόλυτη αταξία. Δεν τη βλέπετε; Όχι δεν βλέπετε, Κύριε. Κύριε, είστε νεκρός;
«—Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα δεν ξυπνήσατε
—Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
—Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
—Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει βρέχει και χιονίζει
—Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει στο παράθυρο σας
—Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε πάνω στο στήθος σας
—Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
—Κύριε, είστε παγωμένος
—Κύριε, έχετε πυρετό
—Κύριε, είσαστε νεκρός;»
(Μίλτος Σαχτούρης· από τη συλλογή Το Σκεύος..., των παλαιών καλών εκδόσεων Κείμενα, κάπου στα 1971).
Φίλες και φίλοι αναγνώστες, ετούτος ο τόπος που ζούμε, η πανέμορφη πατρίδα μας, έχει πλουσιότατη ιστορία της εκπαίδευσης. Από τον Πλάτωνα μέχρι και σήμερα μεγάλοι παιδαγωγοί έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στα εκπαιδευτικά πράγματα. Ιδιαίτερα σύγχρονοι παιδαγωγοί (Δημήτριος Γληνός, Αλέξανδρος Δελμούζος, Ε. Παπανούτσος, Ρόζα Ιμβριώτη, Μίλτος Κουντουράς, κ.ά.), με το διδακτικό και συγγραφικό έργο τους νοηματοδότησαντη σχολική ζωή ως εκείνο το στάδιο της ζωής του ανθρώπου, που ηθικά και πνευματικά συγκροτείται πρώτα ως άτομο και ύστερα ως πρόσωπο.
Όπως το γράφει ο Ελύτης στα Δημόσια και Ιδιωτικά: «Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι, αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό – αδυνατεί να το υπερβεί».Όμως, το αντίθετο προς τον Ελύτη κάνει το σημερινό ελληνικό σχολείο.
Όσα ηχηρά στα αυτιά χειροκροτητών κι αν υποστηρίζει η άσχετη με βαθύτερα ζητήματα εκπαίδευσης τωρινή υπουργίνα Παιδείας, ο φαύλος κύκλος θα επαναλαμβάνεται με σπειροειδή κίνηση, και μάλιστα αυτοδιευρυνόμενη. Εκπαιδευτική μετριοκρατία. Να τη χαιρόμαστε!«Σχολειό πια δεν υπάρχει. Κινείται μονάχα ακόμη ένας ανήθικος κι αρρωστημένος οργανισμός γεμάτος από δηλητήριο και παραφροσύνη που πολύ σύντομα θα επιδράσει θανατηφόρα σ’ όλη την κατοπινή ζωή του τόπου μας. Μια σάπια και ξεχαρβαλωμένη μηχανή όπου από ανάγκη ρίχνουμε μέσα μια καθαρή κι αγνή ζωική παραγωγή -τα ευκολόπλαστα παιδιά μας- για να μας τα μεταβάλει ύστερα από λίγα χρόνια σε μούμιες κατάξερες και φασκιωμένες ή σε κινούμενα μιάσματα ανασυρμένα σαν από τάφους….». Αυτά, ο Μίλτος Κουντουράς, έναν αιώνα πριν, κάπου στα 1920.