
Στον Μαρξ, η αλλοτρίωση έχει τέσσερις όψεις, και αν τις δούμε μέσα από τα μάτια του Λέσβιου κτηνοτρόφου σήμερα, το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό. Πρώτα απ’ όλα, βιώνουμε την αλλοτρίωση από το προϊόν της εργασίας. Ο κτηνοτρόφος μεγάλωσε τα ζώα του, τα φρόντισε, τα «πονάει». Ξαφνικά, το προϊόν του —το ζώο, το γάλα— δεν του ανήκει ηθικά, γιατί πολύ απλά έχει μετουσιωθεί σε ένα «μολυσμένο αντικείμενο» που πρέπει να εξοντωθεί. Η εργασία ετών καταλήγει να είναι ένας πολτός σε έναν λάκκο δύο μέτρων και έτσι το προϊόν στρέφεται εναντίον του δημιουργού του ως εχθρική δύναμη.
Ακολουθεί η αλλοτρίωση από την ίδια την εργασία. Η κτηνοτροφία, από λειτούργημα και τρόπος ζωής —όπως την ήξεραν ο πατέρας και ο παππούς μου— έχει μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε μια καταναγκαστική διαδικασία: «παραδίδω γάλα για να ξεχρεώσω ζωοτροφές». Ο κτηνοτρόφος δεν είναι πια ο κυρίαρχος της παραγωγής του, αλλά ένα εξάρτημα σε μια αλυσίδα που τον πνίγει. Όταν λοιπόν έρχεται η κρίση, η εργασία του δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, γίνεται απλώς η αναμονή για την «εκτέλεση των εντολών».
Η τρίτη όψη είναι η αλλοτρίωση από την «ανθρώπινη ουσία». Ο άνθρωπος της υπαίθρου συνδέεται με τη φύση, όμως η βίαιη θανάτωση και ο εγκληματικός ενταφιασμός, όπως αυτός που είδαμε σήμερα το πρωί σε δημοσίευμα στο «Νησί», καταστρέφουν αυτή τη σχέση. Ο κτηνοτρόφος αναγκάζεται να γίνει θεατής της καταστροφής του περιβάλλοντός του. Χάνει την ιδιότητά του ως προστάτης της γης και γίνεται θύμα μιας γραφειοκρατικής μηχανής. Τέλος, η αλλοτρίωση από τον άλλον άνθρωπο ολοκληρώνει το δράμα. Η κρίση στρέφει τον έναν εναντίον του άλλου. Ο κτηνοτρόφος φοβάται τον γείτονα, η υπηρεσία κατηγορεί τον παραγωγό, η κοινωνία βλέπει τον κτηνοτρόφο ως «πηγή κινδύνου» για τις εξαγωγές. Η αλληλεγγύη της κοινότητας σπάει μπροστά στον φόβο της οικονομικής κατάρρευσης.
Όταν ο κτηνοτρόφος βλέπει τα πρόβατά του να πετιούνται στον λάκκο με το νερό, δεν βλέπει απλώς μια οικονομική ζημιά. Βλέπει κάτι ακόμη σκληρότερο, τον εαυτό του, την ιστορία του και τον κόπο του να εξευτελίζονται. Αυτή είναι η απόλυτη αλλοτρίωση, να βλέπεις τη ζωή σου να αντιμετωπίζεται ως «στατιστικό λάθος» σε ένα excel των Βρυξελλών ή της Αθήνας. Είναι ο άνθρωπος που στέκεται πάνω από τον λάκκο και νιώθει ξένος στον ίδιο του τον τόπο.
Όμως, η συνειδητοποίηση είναι το πρώτο βήμα για την αντίδραση. Όσο ο κτηνοτρόφος πιστεύει ότι η καταστροφή του είναι «ατύχημα» ή «μοίρα», παραμένει δέσμιος. Όταν όμως καταλάβει ότι είναι αποτέλεσμα ενός σκληρού νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο ο ίδιος γίνεται ο αναλώσιμος κρίκος της αλυσίδας παραγωγής, τότε η θλίψη μπορεί να γίνει οργή και η οργή να γίνει δράση. Σε μια αγορά όπου οι μικροί παραγωγοί καλούνται να επιβιώσουν μέσα σε όρους αθέμιτου ανταγωνισμού που ευνοούν τη συγκέντρωση και τη διαχειριστική λογική, αυτή η αντίδραση δεν θα ήταν μόνο στους δρόμους. Θα ήταν μια βαθιά άρνηση. Άρνηση να δεχτούν τις «σκιές» του σπηλαίου ως αλήθεια —όπου ως σκιές στο σπήλαιο του Πλάτωνα παρομοιάζονται εδώ οι γραφειοκρατικοί φορείς που λειτουργούν χωρίς προσωπική ευθύνη, σαν προεκτάσεις ενός μηχανισμού. Άρνηση να γίνουν οι ίδιοι «εκτελεστές» της καταστροφής του τόπου τους. Άρνηση να επιτρέψουν σε γραφειοκράτες να θάβουν την ιστορία τους σε λάκκους με νερό.
Η κρίση του αφθώδη στη Λέσβο είναι η στιγμή που το σύστημα ξεγυμνώνεται και οι εικόνες από το Σκαλοχώρι είναι η «τελευταία πράξη» αυτής της απογύμνωσης. Εδώ αναδεικνύεται η τραγωδία της «απρόσωπης ορθολογικότητας». Για τον Max Weber, ο γραφειοκράτης μέσα στον «σιδερένιο κλωβό» της εξουσίας του, σταματά να είναι άνθρωπος με ηθική κρίση, γίνεται ένα γρανάζι που το μόνο που τον νοιάζει είναι αν η σφραγίδα μπήκε στο σωστό σημείο του εγγράφου. Αυτός είναι ο υπάλληλος-σκιά, όταν λέει «εντολές εκτελώ», στην πραγματικότητα δηλώνει τον ηθικό του θάνατο. Αποδέχεται ότι δεν έχει δυνατότητα δράσης και γίνεται κι αυτός μια σκιά στον τοίχο, κινούμενος από τα νήματα των Βρυξελλών ή της Αθήνας.
Η διάχυση της ευθύνης είναι ίσως η πιο εφιαλτική μορφή αλλοτρίωσης. Όταν η ευθύνη διαχέεται σε μια αλυσίδα —«φταίει ο νόμος», «φταίει ο κανονισμός», «φταίει ο προϊστάμενος»— τότε κανένας δεν φταίει. Και όταν κανείς δεν φταίει, 4.500 ζώα θάβονται σε έναν λάκκο με νερό και όλοι κοιμούνται ήσυχοι το βράδυ επειδή «τήρησαν το πρωτόκολλο». Το κράτος δεν βλέπει πια τον κτηνοτρόφο ως μέλος μιας κοινότητας, ούτε το ζώο ως μέρος της φύσης. Τα βλέπει μόνο ως «βιολογικό υλικό» που πρέπει να ρυθμιστεί ή να εξοντωθεί για να μην διαταραχθεί η ροή του κεφαλαίου.
Η τραγική διάσταση εμπεριέχει μια ειρωνεία, καθώς ο κτηνοτρόφος και ο υπάλληλος είναι και οι δύο θύματα του ίδιου μηχανισμού, αλλά με διαφορετικό τρόπο: ο ένας χάνει το βιος του και ο άλλος την ανθρωπιά του. Αυτό σημαίνει ότι η δομή της διοικητικής λογικής είναι αλλοτριωμένη και εγκληματική. Οι «σκιές», λοιπόν, είναι οι άνθρωποιπεριγράμματα. Είναι εκείνοι που αρνούνται να κοιτάξουν τον ήλιο της αλήθειας, όχι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί ο «κλωβός» τους προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας: την ασφάλεια του να μην έχεις συνείδηση.