
“Πέτρες βγήκαν στα χωράφια,/στις αυλές αγκάθια [...] Ρημάξαν τα χωριά μας [...] Σκορπίσαν τα παιδιά μας” λέει μεταξύ των άλλων το τραγούδι, “Ρημάξαν τα χωριά μας” σε στίχους του Φώντα Λάδη και μουσική Μάνου Λοΐζου. Κατά χρονικές περιόδους οι άνθρωποι φεύγουν από τον πατρογονικό τους τόπο, για διάφορους λόγους. “Ξέρεις τη φτώχεια τραβήξαμε;”, σου λέει κάποιος για τα μέσα του περασμένου αιώνα. “Αλλά και τι κυνηγητό μας έκαναν οι χωροφύλακες κι οι σπιούνοι τους;” αποσώνει ο άλλος.
Θα περίμενες τον 21ο αιώνα, της τεχνολογίας, της πληροφορικής και της προόδου, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και της πολυδιαφημιζόμενης Ελλάδας 2.0 -η οποία όλα τα σφάζει και τα μαχαιρώνει, κατά τη λαϊκή φράση- να υπήρχαν καλύτερες συνθήκες για τους εργαζόμενους στον πρωτογενή τομέα. Και με όλα τα υποστηρικτικά μέσα να βοηθηθούν οι αγρότες κι οι κτηνοτρόφοι, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερη παραγωγή. Συνάμα να ανταμείβονται για τους κόπους τους κι εμείς οι υπόλοιποι να απολαμβάνουμε, να καταναλώνουμε τα προϊόντα.
Αλλά κάθε τόσο οι αγρότες νοιώθουν ότι είναι αποπαίδια, ξεχασμένοι κι αποδιωγμένοι από την πολιτεία, το ονομαζόμενο κράτος. Όπως τώρα οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου. Ο αφθώδης πυρετός έχει προσβάλλει κοπάδια σε πολλά μέρη του νησιού. Αλλά μετά το πρώτο κρούσμα η βοήθεια ήταν μηδαμινή. Στο νησί υπάρχουν εφτά κτηνίατροι για 450.000 χιλιάδες ζώα. Πού να πρωτοπάνε, από πού να πάρουν δείγματα, πότε να τα εξετάσουν; Δυο είναι τα βασικά. Απαγόρευση εξαγωγών τυροκομικών προϊόντων, ακόμα και των παλιών και θανάτωση των ζώων σε όποιο κοπάδι εντοπιστεί κρούσμα. Σε να λένε στους κτηνοτρόφους, στις οικογένειές τους και σ' ολόκληρη της Λέσβο “ψοφήστε”. Ναι! Έτσι νοιώθουμε, εμείς οι κάτοικοι του νησιού, έστω κι αν δεν είμαστε κτηνοτρόφοι. Ανακοινώθηκαν μέτρα, θα δοθούν αποζημιώσεις, ήρθε ο παλιός υπουργός στο νησί, συναντήθηκε ο νέος με εκπροσώπους στην Αθήνα. Αβεβαιότητα και αδιέξοδο επικρατούν. Δίνουν οδηγίες ανεφάρμοστες. “Να περιοριστεί το γάλα που παράγουν τα πρόβατα”, λένε. Νομίζουν ότι υπάρχει ένα βρυσάκι στα ζώα, το κλείνεις και σταματά η παραγωγή!
Μήπως ισχύει η άποψη του Μυριβήλη, γραμμένη το 1923: “Η Μυτιλήνη είναι μία θαυμασία παχιά γελάδα που αρμέγεται υπομονετικά από διάφορους λαφιάτες”.
Σήμερα νιώθουμε να ισχύουν τα λεγόμενα, το 1926, του δημοσιογράφου Τέρπανδρου Αναστασιάδη: “Ο Μυτιληναίος ήρχισε να μορφώνει σιγά σιγά την γνώμην ότι το Κράτος δεν θυμάται την Μυτιλήνην, παρά μόνον όταν πρόκειται να ζητήσει φόρους, να επιβάλλει εράνους να πάρει στρατιώτας, και όταν προς ικανοποίησιν των Αθηναίων, αφαιρεί την βούλαν από μεν και ρίχνει κατά πρόσωπο μας την πρωτότυπον ευχήν του.
- Ψοφήστε, χαμένα ρούχα!..”.
Γιατί εκατό χρόνια μετά η ίδια πίκρα επικάθεται στη ζωή μας;