
Ανέκαθεν στο πατρικό μου, είχαμε τη συνήθεια, να γεμίζουμε ντουλάπια και καταψύκτες με κάθε λογής προμήθεια. Ο πατέρας μου, θεός σχωρέστον, το ονόμαζε κατοχικό σύνδρομο κι είχε εν μέρει δίκιο. Ως βέρος Αθηναίος μεγάλωσε στα πολύ δύσκολα κατοχικά χρόνια για αστικές περιοχές, με τα δελτία και τους μαυραγορίτες, δίχως να καταφέρει μια μέρα να χορτάσει. Άλλωστε με έξι παιδιά που είχαν ο παππούς ο Φίλιππος κι η γιαγιά η Ελισάβετ, που να φτάσει το φαγητό. Μέχρι που τέλειωσε ο πόλεμος. Και το’ χε απωθημένο, σ’ ολάκερη την υπόλοιπη ζωή του, να φουλάρουμε όλους τους αποθηκευτικούς χώρους με αυτά που αντέχουν.
Σε μετεξέλιξη της ίδιας συνήθειας, κυρίως για λόγους οικονομίας (βλέπε προσφορές), νοικοκυροσύνης (να μην τρέχεις όλη την ώρα αν χρειαστείς το οτιδήποτε ή έρθει ξαφνικά κάποιος φιλοξενούμενος ή φίλος), αλλά και ανάγκης (αν δουλεύεις όλη μέρα δεν προλαβαίνεις, με δυο παιδιά, να αφιερώνεις συχνά πολύτιμο χρόνο στις αγορές), πορεύομαι κι εγώ δεκαετίες τώρα με την ίδια τακτική.
Την οποία εξακολουθώ να έχω κι ως συνταξιούχος. Αμέτρητες ποσότητες διαφορετικών πραγμάτων, χρήσιμων ή ακόμη κι όχι όπως π.χ. αναψυκτικά και μπύρες, στο ντουλάπι του «μπακάλη», αλλά και στο γκαράζ, ακόμη και στα άδεια πλέον, για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, παιδικά δωμάτια.
Με αυτά τα δεδομένα, ακόμη ευτυχώς δεν έχω αντιμετωπίσει την παραμικρή σοβαρή έλλειψη (μόνο σε ορισμένα φρούτα), όλο το τελευταίο διάστημα, που οι κεντρικές επιλογές και η παράλογη αναλγησία της κυβέρνησης, απέναντι στο μείζον για την κτηνοτροφία του τόπου μας πρόβλημα, μάς έχουν αποκλείσει από κάθε καινούργια προμήθεια. Είχα στην κατάψυξη τρία τέσσερα κοτόπουλα (τι το θες το παγωμένο κμάσι φωνάζει ο άντρας μου), δυο κιλά κιμά, λίγο μοσχάρι και κάτι μπριζόλες, αγόρασα και τρεις φορές ψάρια και τρεφόμαστε κανονικότατα.
Παρόλα αυτά, το Σάββατο, φοβούμενη πως η αμείλικτη στάση του κράτους απέναντι σ’ ολάκερο το νησί μας και στους ανθρώπους του, θα συνεχιστεί, ενδεχομένως και επ’ αόριστον, φορτώθηκα τέσσερις τσάντες πολλαπλών χρήσεων, και βγήκα να οργώσω τα σούπερ μάρκετ. Όχι με τις λίστες που ως επί το πλείστον σκαρώνω, βασιζόμενη είτε στις πραγματικές ελλείψεις του σπιτικού μου, είτε στις διαφημιζόμενες προσφορές, αλλά κυριολεκτικά με τη διάθεση του ό,τι βρω.
Εκεί δυστυχώς μάς κατάντησαν. Να χαλάμε απ’ τα όποια έτοιμα χρήματα έχουμε για να παίρνουμε πράγματα σε ποσότητα, που ενδεχομένως θα καταναλώσουμε σε δυο ή τρεις μήνες ή και περισσότερο. Αλλά η άγνοια που πόσο θα διαρκέσει ο αποκλεισμός μάς ωθεί σε τέτοιες αγορές, αλλά και σε εναλλακτικές λύσεις επιβίωσης.
Για παράδειγμα ελλείψει φρέσκων ζαρζαβατικών, και προκειμένου να μην μας λείψει η σαλάτα (βγήκα για χόρτα αλλά ατύχησα), αγόρασα αρκετά πακέτα κατεψυγμένων λαχανικών και ιδιαίτερα μπρόκολο, φασολάκια, αγκινάρες, μπάμιες, σπανάκι κ.ά., ό,τι θα μπορούσε να αναπληρώσει την «πρασινάδα» στο τραπέζι μας. Στο ό,τι βρω εντάχθηκε και η αγορά σε μεγάλες ποσότητες, οσπρίων, διαφορετικών ειδών ρυζιού και ζυμαρικών, χαρτικών υγιεινής, απορρυπαντικών, σαμπουάν και αφρόλουτρων, πράσινου τσάι, νερών με ανθρακικό και αρκετών γιαουρτών με μεγάλη προθεσμία λήξης. Να μην τα πολυλογώ ό,τι βρήκα, απ’ αυτά που χρησιμοποιούμε το πήρα. Ακόμη κι αλάτια και πιπέρια, μπαχάρια και πάπρικα.
Λυπήθηκα, στεναχωρήθηκα πραγματικά την ώρα των αγορών μου, από μια κοπελιά που συνάντησα κι εναγωνίως αναζητούσε πάνες για το μωρό της, δίχως να βρίσκει την ποσότητα που ήθελε. «Δανείστηκα κυρία μου απ’ την αδελφή μου λεφτά, κι από χθες γυρνάω σε φαρμακεία και σούπερ μάρκετ για το γάλα και τα υπόλοιπα απαραίτητα για το μωρό μου. Ειλικρινά είμαι σε απόγνωση για το τι θα κάνω αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση», μου εξομολογήθηκε, ψάχνοντας με τον τρόπο αυτό ανακούφιση και συμπαράσταση. Της είπα πως πολλά είδη φαρμακείου έρχονται αεροπορικώς, δίχως όμως να καταφέρω να την καθησυχάσω.
Αγανάκτησα στην ίδια διαδικασία, με κάποιους ντόπιους προμηθευτές και παραγωγούς, που βρήκαν την ευκαιρία κι εκτίναξαν τα τοπικά φρέσκα είδη σε αστρονομικές τιμές. Την μια μέρα, την Παρασκευή, αγόρασε ο άντρας μου ντομάτες (δεν γράφω την περιοχή της Λέσβου που παράγονται για να μην φωτογραφίσω τον παραγωγό) προς 4,5 ευρώ το κιλό και την επόμενη μέρα, τις ίδιες ντομάτες τις πήρα εγώ μισό ευρώ παραπάνω. Έλεος. Αρνούμαι ο λύκος να χαίρεται στην αναμπουμπούλα.
Θεωρώ πως μια απ’ τα ίδια, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, περνά κάθε σπιτικό στη Λέσβο. Κι είμαι βέβαιη πως θα αντέξουμε για όσο χρειαστεί. Όπως λάχει, θα επιβιώσουμε. Κι ο αγώνας τελικά θα έχει αποτέλεσμα, γιατί λύσεις υπάρχουν κι επιτέλους κάποια στιγμή υπό την πίεση όλων μας, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να τις δώσει.