
Η Λέσβος στην ιστορία της έχει περάσει πολλές συμφορές, τόσο μεγάλες που έχουν χαραχθεί βαθιά στο συλλογικό υποσυνείδητο των κατοίκων της. Παραδείγματα αποτελούν το μεγάλο κάψιμο των ελαιώνων το μακρινό 1852 και ο καταστροφικός σεισμός του 1867. Εκείνες οι συμφορές ήταν τόσο καθοριστικές, που έκοψαν τον χρόνο στα δύο: στα γεγονότα «προ» και «μετά» του σεισμού.
Όλα αυτά όμως δεν θα είναι τίποτα, αν επαληθευτεί το χειρότερο σενάριο για την εξέλιξη του αφθώδους πυρετού. Μιλάμε για μια συμφορά τεραστίων οικονομικών και κοινωνικών διαστάσεων. Όλοι μας την οσφραινόμαστε, αλλά δεν θέλουμε να την πιστέψουμε.
Είναι γνωστό ότι το 70% της λεσβιακής οικονομίας στηρίζεται στην κτηνοτροφία. Αυτό και μόνο αρκεί για να καταλάβει κανείς τι θα συμβεί αν καταρρεύσει αυτός ο πυλώνας. Μιλάμε για απώλεια πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Τίποτα στην οικονομία του νησιού δεν θα μείνει όρθιο: από τις μεταφορές και τη διατροφή, μέχρι τη διασκέδαση. Ας σκεφτούμε μόνο τους νέους που έμειναν στο νησί για να γίνουν κτηνοτρόφοι. Αν καταστραφούν, με τι θα ασχοληθούν; Τι τους μένει άλλο από το να πάρουν των ομματιών τους και να ξενιτευτούν; Δηλαδή, να ερημώσει το νησί.
Ο θύτης και το θύμα Όλοι γνωρίζουμε τι και γιατί έχει συμβεί. Η Ε.Ε. προσπαθεί να εμποδίσει τη μετάδοση της ασθένειας. Και καλά κάνει. Θωρακίζει το σύνολο των περιοχών της από ένα τμήμα της που είναι μολυσμένο, με απόφαση αμετάκλητη. Δηλαδή, θυσιάζουμε τη Λέσβο για να σωθεί η Ευρώπη.
Το θύμα δεν έχει λόγο στην απόφαση, έχει όμως δικαιώματα και πρέπει να τα διεκδικήσει. Ο θύτης —η Ε.Ε.— οφείλει να πληρώσει για τη συμφορά που επιβάλλει σε άλλους για το δικό της συμφέρον. Στην «ευνομούμενη Ευρώπη των λαών», ο θύτης πρέπει να αποζημιώσει στο ακέραιο το θύμα. Δεν μπορεί να αναζητά νομικίστικα τεχνάσματα, σαν «τσαμπάσης» της δεκαετίας του '50, για να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του.
Από τη «διάθεση» στη «βούληση» Με το πήγαινε-έλα στην Αθήνα, δεν βλέπουμε λύση στο οξύτατο πρόβλημα που ενέσκηψε. Το Υπουργείο, στην επίσημη ανακοίνωσή του, έκανε λόγο για ανάγκη «ψυχραιμίας» και «αυστηρής τήρησης των μέτρων», επισημαίνοντας τη «διάθεση» στήριξης των πληγέντων. Ωστόσο, για τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής, τα λόγια αυτά δεν αρκούν.
Μέχρι στιγμής βλέπουμε μόνο διάθεση, ούτε καν βούληση. Από την άλλη πλευρά, για τη διαχείριση του γάλακτος και τους τυροκόμους βρέθηκαν τα 8 εκατομμύρια ευρώ — και πολύ καλά έκαναν. Θα ήταν όμως πιο δίκαιο και ανθρώπινο αν έβρισκαν λύση για όλους.
Το παράδειγμα των «τρελών αγελαδών» Οι λύσεις βρίσκονται αν ανατρέξουμε σε ανάλογες περιπτώσεις του παρελθόντος, όπως η κρίση των «τρελών αγελαδών». Να τι έγινε τότε — και μάλιστα οι αποφάσεις μπορούν σήμερα να τροποποιηθούν προς το καλύτερο:
Ύψος Αποζημίωσης Ζώων: Η βασική αρχή ήταν η αποζημίωση στο 100% της εμπορικής αξίας που είχε το ζώο τη στιγμή της θανάτωσης, σαν να ήταν υγιές.
Εκτίμηση αξίας: Ειδικοί εκτιμητές αξιολογούσαν το ζώο με βάση την ηλικία, τη ράτσα και τις αποδόσεις του.
Ενδεικτικά ποσά: Στις αρχές του 2000, οι αποζημιώσεις κυμαίνονταν κατά μέσο όρο από 600€ έως 1.500€ ανά ζώο. Σε ζώα υψηλής γενετικής αξίας, τα ποσά ήταν σημαντικά υψηλότερα.
Πριμοδοτήσεις διατήρησης: Ενισχύσεις σε κτηνοτρόφους που δεν είχαν κρούσματα, αλλά ζημιώθηκαν από την πτώση των τιμών και τη μη διάθεση των αμνοεριφίων.
Ενισχύσεις ανασύστασης: Χρηματοδότηση για αγορά νέων ζώων. Στη δική μας περίπτωση, το γάλα πρέπει να πληρωθεί μέχρι το τελευταίο κιλό, έως ότου η μονάδα μπει ξανά στην παραγωγή.
Αποζημίωση Παραγωγής και Διαφυγόν Κέρδος Η παραγωγή πρέπει να αποζημιωθεί στο ακέραιο για όσα χρόνια χρειαστεί. Υπάρχει τρόπος, καθώς όλα είναι καταγεγραμμένα από τα προηγούμενα έτη. Εδώ η Ελλάδα πρέπει να καινοτομήσει και να διεκδικήσει το «Διαφυγόν Κέρδος». Είναι απλό: όλα είναι καταγεγραμμένα, από τις ζωοτροφές και τα φάρμακα, μέχρι τα παραστατικά του γάλακτος.
Οι κτηνοτρόφοι μας δεν φημίζονται για «ΟΠΕΚΕΠΕΔΕΣ» και σκοτεινές διαδρομές. Είναι όλα καθαρά. Και έτσι καθαρή πρέπει να είναι και η αποζημίωση που δικαιούνται.