
Πριν από 100 χρόνια, το Πάσχα του 1926, ήταν σχεδόν ένα μήνα αργότερα απ' ό,τι φέτος, ήταν στις 2 Μαΐου. Η εφημερίδα “Ταχυδρόμος” πρωτοτυπώντας εύχεται Χριστός Ανέστη με στίχους από το πρώτο μέρος του έργου “Φάουστ” του Γκαίτε. Οι αυλές της Μυτιλήνης ήταν ολάνθιστες.
Στην εφημερίδα γίνεται αναλυτική και λεπτομερής καταγραφή για τον στολισμό των Επιτάφιων της πόλης και για την περιφορά τους κατά την Μεγάλη Παρασκευή. “Κορίτσια μαθητριούλες τα περισσότερα 16 χρονών και κάτω τριγύριζαν τα σπίτια με πανεράκια ζητώντας λουλούδια για τον στολισμό των επιταφίων”.
Τα σπίτια άνοιξαν τις πόρτες τους κι έκοβαν από τις αυλές “Τριαντάφυλλα, βιολέτες, κρίνα, βιγόνιες, πέφτανε σωρηδόν, στα πανεράκια των κοριτσιών χωρίς κανένα οίκτο γιατί έπρεπε να στολιστεί ο τάφος του Κυρίου”. Κατόπιν ακολούθησε ο στολισμός των επιτάφιων έτσι “οι εκκλησίες είχανε γεμίσει από γυναικόκοσμο. Παντρεμένες, λεύτερες, χήρες, κοριτσάκια, γριές και μωρά ακόμα βρισκόντανε εκεί”.
Στη συνέχεια η εφημερίδα κάνε ρεπορτάζ από τις εκκλησίες της Μυτιλήνης για τον επιτάφιο της καθεμιάς· της Μητρόπολης, των αγίων Θεοδώρων, του αγίου Συμεών, του αγίου Θεράποντα, της Ζωοδόχου Πηγής, του Αγίου Παντελεήμονα, της Χρυσομαλλούσας, του Αη Γιάννη Καλυβίτη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στον Αρμένικο επιτάφιο, χωρίς να αναφέρει σε ποια εκκλησία έγινε ο στολισμός:
“Μια συμπαθεστάτη νότα μέσα στο γενικό θρησκευτικό πένθος της ημέρας, ήτανε ο Επιτάφιος των Αρμενίων συμπολιτών. Ήταν συγκινητικότατος αυτός ο φτωχικός και απέριττος Επιτάφιος, ο γεμάτος λουλούδια και αφελώς δεμένα μπουκετάκια.
Ήτανε μια μικρή παροικία γύρω του, μια μικρή παροικία χριστιανών, διωγμένων τυραννισμένων περισσότερον απ' τους Έλληνας, άνευ πατρίδος και εστίας, αλλά με καρδίαν γεμάτην πίστιν προς ένα καλύτερο μέλλον. Ήτο η πολυπαθής Αρμενική Φυλή ιστορική και γενναία εν τη λύπη της, που έψαλλε τον Θεόν των πατέρων της”.
Στην κάθε εκκλησία αναφέρει τα ονόματα των δεσποινίδων που πρωτοστάτησαν στον στολισμό του Επιταφίου και τι λουλούδια χρησιμοποίησαν. Συγκρίνοντας τους Επιτάφιους γράφει ότι “Απ' τα καλλίτερα επιτάφια, το ωραιότερο απ' όλα ίσως ήτανε του Αγ. Συμεών, με ποικιλία λουλουδιών και χρωμάτων”.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο συντάκτης στη “νυκτερινή φαντασμαγορία” της περιφοράς των Επιτάφιων στην Προκυμαία. Μαθαίνουμε ότι στη Μητρόπολη παραβρέθηκε κι ο Τούρκος υποπρόξενος.
“Τη νύχτα μόλις χτυπήσανε οι καμπάνες όλες οι εκκλησιές γεμίσανε. Δεν χωρούσε βελόνα. Οι τελετές όπως πάντα επιβλητικές του. Φέτος έλαβαν μέρος στο ψάλσιμο πολλά κορίτσια και παιδιά που σχημάτισαν δικούς τους χορούς.
Εις τον ναόν της Μητροπόλεως άριστε κατηρτισμένος χορός από κορίτσια και αγόρια έψαλε αρμονικότητα τα εγκώμια. Ιδίως εις τους ωραιοτέρους στίχους της γ΄ στάσεως, τα μινόρε ήταν γλυκύτατα εις σύνθεσιν και εις εκτέλεσιν.
Εις τον ναόν της Μητροπόλεως παρέστησαν άπασαι αι πολιτικοί και στρατιωτικαί Αρχαί, οι υπάλληλοι και Αξιωματικοί οικογενειακώς, και ο Τούρκος υποπρόξενο μεθ' ολοκλήρου του προσωπικού της Γραφείου του.
Ήτο εξόχως ωραία η παρέλασης των Επιταφίων. Παρουσίαζε θέαμα φαντασμογορικόν. Ποταμός φλογός διέτρεχαν την πόλιν. Η προκυμαία από της Μ. Βρεττανίας μέχρι του Μώλου ήτο ένα φωτεινόν ουράνιον τόξον μια κορδέλα αναπαλλομένου λευκού φωτός. Επάνω εις τον ποταμόν αυτόν του φωτός επέπλεαν οι Επιτάφιοι μυριοστόλιστοι γεμάτοι από κάλυμμα ανθέων και φτωτός εκχύνοντες το διπλούν άρωμα των ανθέων και της θείας πνοής του νεκρού Θεού. Αι πένθιμοι κωδωνοκρουσίαι αντηχούσαν μυστικοπαθώς μέσα στην σιγή της νυκτός.
Αι ορχήστραι επαιάνιζαν τα πένθιμα εμβατήρια που εκανονίζοντο αργά και μεγαλοπρεπή με το σημειωτόν βάδισμα της πενθίμου πομπής. Αι στρατιωτικαί σάλπιγγες εσκορπούσαν στις καρδιές τη γλυκιά ανατριχίλα ενός συναισθήματος παραδόξου, βαριάς απελπισίας μαζί και ελπιδοφόρων πολμών.

Ανάμεσα στον μεγαλοπρεπή θρήνον των χαλκίνων οργάνων, ακουγόταν τα γλυκύλαλα αηδονίσματα των παιδιών και κοριτσιών που έψαλλαν τον Επιτάφιο Θρήνον. Ούτε η ελαφρότατη πνοή του ανέμου δεν ήρθε να ταράξει το φως των λαμπάδων. Η νύχτα ήταν γαλήνια, σαν μαρμαρένια. Ο ουρανός κρατούσε σιγή γιομάτη σεβασμό και κατάνυξη προς το νόημα της ταφής του θείου σώματος κι είχε ανάψει σαν κεριά τα αστράκια του. Αληθινά τέτοιες θρησκευτικές απολαύσεις είναι σπάνιες. Ένας γέρος, σκουπίζουν τα δάκρυά του έλεγε θρηνητικάς:
”Θα γυρίσουν τα χρόνια. Τρεις φορές σ' όλη μου τη ζωή επέτυχα τέτοιον επιτάφιον”
Εις τας συνοικίας η παράταξης δεν υστέρησε. Ο δρόμος της Κουλμπάρας παρουσίασε επίσης θέαμα που θα ημπορούσε να παραβληθεί σε λαμπρότητα με την πομπήν της προκυμαίας. Ο συνωστισμός εδώ περισσότερος. Εκινδύνευσαν να τσαλαπατηθούν δυο γριούλες, οι οποίες, παρ' όλον το κατανυκτικόν της στιγμής, επροκάλεσαν θορυβώδεις γέλωτες.
Εννοείται ότι πολλές γριούλες δεν εστόλισαν την πομπήν προτιμώσαι να στολίζουν τα φωτισμένα παράθυρα με τα θυμιατήρια στο χέρι και να ραίνουν τους Επιταφίους με ροδόσταμα και λουλούδια. Τουναντίον, έβλεπες παντού να πλεονάζει καταπληκτικώς το έφηβον και παιδικόν στοιχείον αμφοτέρων των φύλων. Μέσα στην ιεράν θρησκευτικήν ατμοσφαίραν του Επιταφίου οι πόνοι λαμβάνουν μίαν μυστικοπαθή γοητείαν γιατί δεν έπαυσε ποτέ η αμαρτία να είναι ο γλυκύτερος καρπός”.

Λίγες είναι οι διαφημίσεις· για τα τσουρέκια του ζαχαροπλαστείου “Αίγλη”, η μπύρα “Όλυμπος”, η οδοντόπαστα “Φρύνη” και το βούτυρο “Ελέφας”.

Τη Δευτέρα του Πάσχα αρχίζει, στον χώρο του Γυμνασίου, έκθεση ζωγραφικής του Κώστα Καραγατσίδη, ο οποίος διδάσκει καλλιτεχνικά στο ίδιο σχολείο. Παρουσιάστηκαν έργα με τοπία της Λέσβου και του Αγίου Όρους.
Ο κινηματογράφος “Πάνθεον” προβάλλει τα έργα “Ηφαιστίων”, “Σκλάβα Βασίλισσα”. Στον αντίστοιχο “Σαπφώ” παίζονται τα έργα “Ο γύρος του κόσμου” και “Μαγδαληνή Φερά”, με συνοδεία μουσικής.
Καλό Πάσχα