
Στις 9 Φεβρουαρίου κάθε χρόνο οι Έλληνες όπου γης νιώθουμε ‒δικαίως‒ εθνική υπερηφάνεια ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων που τίμησαν στο έπακρο τη γλώσσα τους, την καλλιέργησαν σε βαθμό αξιοθαύμαστο, την απογείωσαν σε δυσθεώρητα ύψη ποιότητας και την κληροδότησαν στις μέλλουσες γενιές· ως απόγονοί τους νιώθουμε εθνικά υπερήφανοι συνειδητοποιώντας την αξία της αρχαιοελληνικής γλώσσας, τη μεγάλη σημασία και την καθοριστική συμβολή της στην ανάπτυξη των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων, στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών γλωσσών, στην εννοιολογική έκφραση και αποκρυστάλλωση του σύγχρονου πολιτισμού· μεταχειριζόμενοι στον (προφορικό και γραπτό) λόγο μας λέξεις, όπως: γλώσσα, ήλιος, θάλασσα, άνεμος, ύδωρ, οίκος, χρόνος, έργο, ελπίδα, πλούτος, έρωτας, αρετή, άριστος, φιλία, χάρη, τίμιος, λόγος (και εκατοντάδες άλλες), κάποιοι από μας πιθανόν και να συγκινούμαστε αναλογιζόμενοι ότι πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια και πλέον, τις ίδιες λέξεις και έννοιες χρησιμοποιούσαν στα έργα τους, προκειμένου να εκφράσουν προηγμένες μορφές σκέψης, οι προικισμένοι πλαστουργοί του ωραίου ελληνικού Λόγου: ο Όμηρος, η Ψάπφα, ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Δημοσθένης ...
Αρκούν όμως η εθνική υπερηφάνεια λόγω της προγονικής δόξας, τα ρίγη συγκίνησης για τα περασμένα μεγαλεία, η επανάπαυση στον ολύμπιο θρόνο της «περιούσιας» αρχαιοελληνικής γλώσσας; Ως κληρονόμοι του μεγάλου ονόματος που φέρουμε τι κάνουμε; Πώς συμπεριφερόμαστε στη μητρική γλώσσα, τη φυσική συνέχεια της ένδοξης προγονικής;
Πριν από κάποια χρόνια ο Δημήτρης Γκιώνης από τις στήλες της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» («Ο εξοστρακισμός της ελληνικής», 16/01/2010) με απογοήτευση και θλίψη αναρωτιόταν: «Αν κάποιος κακός άνεμος έριχνε έναν αλεξιπτωτιστή σε αθηναϊκό δρόμο (ή σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη ‒ ακόμα και χωριό ή γειτονιά, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις ασχήμιες της πρωτεύουσας) και προσπαθούσε να καταλάβει από τις επιγραφές των μαγαζιών σε ποια χώρα βρίσκεται, θα είχε μεγάλο πρόβλημα.
Παλαιότερη έρευνα ενός βραχύβιου περιοδικού («Κανονάκι») έδειξε ότι οι καθαρά ελληνικές επιγραφές στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας περιορίζονται μόλις στο 25%. Υποθέτω ότι έκτοτε το ποσοστό θα έχει συρρικνωθεί περισσότερο ...
Η ίδια εικόνα και στα έντυπα: Στις εφημερίδες (κυρίως τις αθλητικές, τις κυριακάτικες, τις δωρεάν ‒free press για όσους δεν το καταλαβαίνουν ελληνικά‒ που βγήκαν τα τελευταία χρόνια) και τα περιοδικά, όπου σχεδόν όλα έχουν ξενόγλωσσα ονόματα. Το ίδιο φαινόμενο στα τηλεοπτικά κανάλια και τους ραδιοσταθμούς. Λίγο (και κομμάτι ... μπανάλ) φαίνεται πέφτει το ελληνικότατο (και καλόηχο) Μεγάλο Κανάλι, αντί του Mega, Κεραία αντί του Αντέννα, Ουρανός αντί του ΣΚΑΪ, Αστέρι αντί του Star κ.ο.κ. ‒ για να περιοριστώ στα κανάλια. Βάλτε και τα ξενόγλωσσα κάθε είδους ελληνικότατα προϊόντα καθημερινής χρήσης.
Κι όταν λέμε ξενόγλωσσα, εννοούμε κυρίως αγγλόφωνα ‒ αμερικανόφωνα για την ακρίβεια, κι ας εμφανιζόμαστε αντιαμερικανοί· στην αμερικανική πρεσβεία καταλήγουν άλλωστε οι περισσότερες διαδηλώσεις. (Αντιαμερικανοί, αλλά αμερικάνικα ή απομιμήσεις τα ενίοτε ξεσκισμένα «τζιν» που φοράμε, οι περισσότερες τροφές και τα ποτά που κατεβάζουμε, οι ταινίες και τα τηλεοπτικά προγράμματα που βλέπουμε, οι μουσικές που ακούμε, οι χοροί, η τεχνολογία, τα παιδικά παιχνίδια, το λεξιλόγιό μας).
Η μοναδική περίοδος που είχαν αποκαθηλωθεί οι ξενόγλωσσες επιγραφές ήταν στο τέλος του ʼ50 και στις αρχές του ʼ60, όταν βρίσκονταν σε έξαρση οι διαδηλώσεις για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Η ξένη πελατεία είναι το άλλοθι πολλών επιχειρηματιών για τις ξενόγλωσσες ονομασίες σε επιχειρήσεις και προϊόντα (κάτι που φαίνεται δεν απασχολεί «υπανάπτυκτες» χώρες, όπως η Τουρκία). Στην πραγματικότητα πρόκειται για την εκτίμηση ότι ο Έλληνας ξυπάζεται ή έχει περισσότερο εμπιστοσύνη στο ξένο (οπότε δεν χρειάζεται να μας απαξιώνουν οι ξένοι, τα καταφέρνουμε και μόνοι μας) ...».
Ο Δ. Γκιώνης υπενθύμιζε και δύο νόμους που περιόριζαν τη χρήση ξενόγλωσσων επιγραφών σε καταστήματα (τον ν. 1491 του 1984: «Οι επιγραφές των εμπορικών επιχειρήσεων και καταστημάτων γράφονται ελληνικά. Επιτρέπεται επιπρόσθετη αναγραφή της επιγραφής ξενόγλωσσα» και τον ανάλογο ν. 2946 του 2001, που προέβλεπε ποινές από 600 ‒ 6.000 € για τους παραβάτες), οι οποίοι όμως ουδέποτε εφαρμόστηκαν, για να επιβεβαιωθεί για μια ακόμη φορά το ρηθέν: «Σʼ αυτό τον τόπο οι νόμοι γίνονται για να παραβιάζονται».
Για τις επιγραφές καταθέτω και προσωπική εμπειρία: πάνε λίγα χρόνια που ανέθεσα σε μαθητές και μαθήτριές μου να καταγράψουν το ποσοστό ξενόγλωσσων και ελληνόγλωσσων επιγραφών στα καταστήματα του κεφαλοχωριού όπου βρίσκεται η έδρα του σχολείου. Το αποτέλεσμα υπήρξε αποκαρδιωτικό: 70 % το ποσοστό ξενόγλωσσων επιγραφών, 30% ελληνόγλωσσων. Περιττή η αναφορά στο αντίστοιχο ποσοστό των ποικίλων καταστημάτων της Μυτιλήνης· σύντομη περιδιάβαση στις εμπορικές οδούς της θα πείσει και τον πιο δύσπιστο...
Γεγονός είναι ότι από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, εξαιτίας της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής πρωτοκαθεδρίας των Η.Π.Α. στον Δυτικό κόσμο και ιδίως από το λυκαυγές του νέου αιώνα με την κυριαρχία της πληροφορικής σε όλους τους τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής παγκοσμίως, η ελληνική γλώσσα ‒όπως και οι περισσότερες μικρής εμβέλειας γλώσσες‒ δέχεται καταιγισμό ξενικών πολιτιστικών στοιχείων (στον τρόπο ζωής, στη μόδα, στη διασκέδαση, στην τέχνη) κυρίως από την αγγλική / αμερικανική γλώσσα. Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο οι ξένες λέξεις και εκφράσεις, οι ειδικοί όροι που κατά κόρον εισβάλλουν στο καθημερινό λεξιλόγιό μας, απειλώντας να αλλοιώσουν τη φυσιογνωμία της ελληνικής γλώσσας, δεν είναι παρά η εικόνα της γενικότερης πολιτιστικής αλλοτρίωσης που μας απειλεί ως εθνική οντότητα.
Είναι ευνόητο ότι η διείσδυση ξένων γλωσσικών προτύπων ως έναν βαθμό είναι αναπόφευκτη και εντάσσεται στο πλαίσιο της φυσιολογικής μετασχηματιστικής διαδρομής μιας γλώσσας· άλλωστε, και στο παρελθόν παρεισέφρησαν και ενσωματώθηκαν φυσιολογικά στην ελληνική γλώσσα λέξεις φοινικικές, περσικές, εβραϊκές, λατινικές, αραβοτουρκικές, βενετσιάνικες, ιταλικές, γερμανικές, γαλλικές. Εξάλλου, σε εποχές κατά τις οποίες η ελληνική γλώσσα κρατούσε τα ηνία του πολιτισμού ‒κυρίως στα ελληνιστικά χρόνια‒ το φαινόμενο αυτό λειτούργησε αντίστροφα και εκατοντάδες ελληνικές λέξεις, ιδιαίτερα όροι επιστημονικοί και λέξεις που εκφράζουν υψηλές έννοιες, κατέκλυσαν το λεξιλόγιο άλλων γλωσσών.
Το σοβαρότατο πρόβλημα σήμερα ‒και ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το παρελθόν‒ είναι ότι εγκαταλείπουμε ως γλωσσικοί χρήστες τη δυνατότητα προσφυγής στις ελληνικές λέξεις, παρότι είναι πιο ευκολοπρόφερτες, πιο εκφραστικές, πιο εύπλαστες από τις ξενικές· ξενόφερτοι όροι βαθμιαία εκτοπίζουν ελληνικούς ισοδύναμους, η ελληνική γλώσσα δεν αντιτάσσει πλέον αντισώματα στον κατακλυσμό και τη βίαιη εισβολή του αγγλόγλωσσου λεξιλογίου· οι όποιες αντιστάσεις της έχουν καμφθεί ή δεν προβάλλεται σχεδόν καθόλου αντίσταση στην ανεξέλεγκτη διακίνηση ξένων λέξεων και την ασύδοτη εγκατάστασή τους στο μυαλό, στο στόμα και στο χέρι μας. Ο καθημερινός λόγος μας μοιάζει να είναι μια ερμαφρόδιτη «παραγλώσσα» (ελληνικούρες διανθισμένες με αγγλικούρες, γκρίκλις, δλδ, tpt, tespa), ένα γλωσσικό εκτρωματικό κατασκεύασμα οργουελικής έμπνευσης, ατμόσφαιρας και ύφους με αποτέλεσμα αλλοτρίωση, εκβαρβαρισμό, αφελληνισμό της γλώσσας· μάλλον δεν πρόκειται καν για αφελληνισμό της, αλλά για βαθμιαία υποκατάστασή της από την αγγλική με επακόλουθο η Ελλάδα να κινδυνεύει να καταντήσει γλωσσικό «προτεκτοράτο» της· η εντύπωση που συνάγεται είναι ότι επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους τυπικά είναι η ελληνική, στην πράξη εντούτοις τείνει να είναι η αγγλική, η οποία χρησιμοποιείται παράλληλα (από επίσημη Πολιτεία, Μ.Μ.Ε., πολίτες) υποσκελίζοντάς τη σταδιακά, προς μεγάλη ικανοποίηση πρώην Ελληνίδας επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε εισηγηθεί προ ετών την αγγλική ως δεύτερη επίσημη γλώσσα μας.
Η ξενομανία, η απαξίωση της ελληνικής γλώσσας είναι τέτοιας έκτασης και έντασης, σαν να ντρεπόμαστε να χρησιμοποιήσουμε ελληνικές λέξεις στις επιγραφές των καταστημάτων μας, στον καθημερινό λόγο και την επικοινωνία μας, από άγχος ή φόβο μη δεν είμαστε «in» στα μάτια Ευρωπαίων ή Αμερικανών· τι άλλο από σύμπλεγμα κατωτερότητας υποδηλώνει κάτι τέτοιο;
Ίσως δεν είναι μακρινή η εποχή που Ελληνόπαιδες (αγγλομαθείς από το Νηπιαγωγείο κιόλας) θα ζητούν από συνομιλητές τους να τους πουν πώς λέγεται στα ελληνικά ένα αντικείμενο, ένα πράγμα, μια φράση ‒ όπως συμβαίνει συχνά με Έλληνες της διασποράς αποκομμένους για χρόνια από τη μητέρα γλώσσα. Άραγε, θα νιώθουν τόσο μειονεκτικά όπως οι καβαφικοί «Ποσειδωνιάται»;
Βέβαιο είναι ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, καθότι η επικοινωνία με άλλους λαούς σε ποικίλους τομείς (εμπόριο, τουρισμό, καλές τέχνες, επιστήμες) μας υποχρεώνει να χρησιμοποιούμε ξενόγλωσσους διεθνείς όρους· αυτό φυσικά και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε· αν θέλουμε να διατηρήσουμε τη γλωσσική μας ταυτότητα, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να μένουμε απαθείς στον ορυμαγδό της ξενομανίας, που υποδηλώνει μειονεξία, συμπλεγματική σκέψη και στάση, ξενοδουλεία, αναξιοπρεπή εθελούσια υποτέλεια και ραγιαδισμό, εθνικό Εγώ αυτοϋποτιμημένο, αυτοϋπονομευμένο, αν όχι ανύπαρκτο.
Αποφεύγοντας κατηγορηματικά την ξενηλασία και τον γλωσσικό σοβινισμό, απαιτείται:
-αφύπνιση με έμπρακτη την αγάπη μας για την ελληνική γλώσσα,
-επίγνωση της αξίας και της εθνικής σημασίας της, αλλά και των κινδύνων αλλοίωσης της γλωσσικής φυσιογνωμίας και της εθνικής ταυτότητας που συνεπάγεται ο πιθηκισμός ξένων προτύπων και αξιών,
-συναίσθηση της ανάγκης διαφύλαξης της γνησιότητας και της ποιότητάς της.
-αποφυγή επίδειξης στείρας γλωσσομάθειας και ανόητου εξεζητημένου εντυπωσιασμού, άκριτης υιοθέτησης ξένων όρων στη θέση εύηχων ελληνικών («υπνόσακος» αντί του κακόηχου «σλίπινγκ μπαγκ», «αποσκευές» αντί «μπαγκάζια», «φυσικός, φυσιολογικός» αντί «νορμάλ»).
Οἱ καιροὶ οὐ μενετοί. Έχουμε βαρύ καθήκον να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού το στοιχείο εκείνο που καθρεφτίζει ανάγλυφα όσο κανένα άλλο τον τρόπο ζωής, σκέψης και έκφρασης ενός έθνους, τις παραδόσεις, τα ήθη, τα έθιμα, την πνευματική και πολιτιστική ζωή, τις αξίες, την εθνική του συνείδηση. «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης» (= Γιάννης Ψυχάρης, «Το Ταξίδι μου», 1888).