
Δεν ξέρω αν συμβαίνει κι αλλού -αν κι υποπτεύομαι πως λίγο πολύ όλοι όσοι βρέχονται απ’ τη Μεσόγειο όπως κι οι νοτιοαμερικάνοι, οι ανά τη γη Λατίνοι, έτσι θα αντιδρούν-, αλλά στη χώρα μας, κάθε μεγάλη θλίψη ή χαρά, αυτόματα αποκτά εθνική διάσταση. Βιώνεται συλλογικά, έως και καθολικά, προκαλώντας ανάλογα κύματα ενθουσιασμού και πανηγυρισμούς, ή βαθιά πίκρα και μοιρολόγια. Κυριολεκτικά παντού και όλοι ζούμε και κινούμαστε, διάγουμε το βίο μας απόλυτα επηρεασμένοι απ’ τα τεκταινόμενα γύρω μας. Άλλος πολύ, άλλος λίγο. Ελάχιστοι καθόλου.
Όχι, δεν πρόκειται για παρορμητική αντίδραση ή ουσιαστική ενσυναίσθηση, αλλά για μια βαθύτερη πιστεύω εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους πρωταγωνιστές του κάθε φορά ζητήματος. Η οποία εκφράζεται αυθόρμητα, περίπου ασυνείδητα. Συμπάσχουμε. Ειδικά στις τραγωδίες, στους μεγάλους πόνους, στα ανείπωτα δυστυχήματα, όταν οι πολλές ζωές χάνονται άδικα, δοσμένες όπως λέει κι ο ποιητής κάτω απ’ τις μυλόπετρες, πενθούμε όλοι.
Η νέα χρονιά μπήκε ανάποδα και ξαφνικά –όχι τυχαία- πέντε θάνατοι εργατριών και επτά οπαδών, συγκλόνισαν την καθημερινότητά μας και σκέπασαν κάθε μας εκδήλωση με ένα βαρύτατο και πυκνο-υφαντημένο πέπλο κατήφειας.
Δεν μπορείς να ξεχαστείς εύκολα, αλλά ακόμη κι όταν γελάσεις με κάτι που άκουσες ή διάβασες, σπεύδεις να ξαναμπείς στην ίδια ματαιόπονη διάθεση. Σε κυριεύει αντανακλαστικά το πάθος να διαμαρτυρηθείς για το άδικο, για το κακό που ξέσπασε. Επιμερίζεις τις ευθύνες, κάνεις το λογαριασμό μα δεν ησυχάζεις. Πρέπει να περάσει καιρός για να φύγει σιγά – σιγά η στυφή γεύση απ’ τα χείλιά σου, ο πόνος απ’ όλο σου το σώμα, το οποίο αυτόματα ενστερνιζόμενο τα δύσκολα, σηκώνει πάνω του, το αβάστακτο βάρος της ψυχούλας σου.
Όσο περνάνε οι μέρες απ’ το εργατικό δυστύχημα στα Τρίκαλα, όσο τα μάτια αφήνουν πίσω τους τη σύγκρουση έξω απ’ την Τιμισοάρα, αρχίζει να περνά το φως, αραιώνει το πέπλο της κατήφειας. Μέχρι που η μνήμη να πεταρίσει σ’ άλλες παλιότερες εθνικές δυστυχίες για να σφίξει και πάλι ο κόμπος στο λαιμό, να πονέσει στιγμιαία το στομάχι, να χαθεί το κέφι, να ξαναπέσει βουβαμάρα.
Έτσι με το δικό του ξεχωριστό τρόπο ο καθένας μας αποτίνει τον προσωπικό του φόρο τιμής στους αδικοχαμένους που μας στοιχειώνουν. Το ξέρω, είναι στην ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, να πάμε γρήγορα στα επόμενα, να φύγει και το σκοτεινό πέπλο που μας τυλίγει, αλλά είμαι βέβαιη πως δεν θα ξεχάσουμε τα θύματα, ό,τι καταγράφεται στην εθνική μας μνήμη. Όπως δεν ξεχάσαμε όλες τις τραγωδίες που προηγήθηκαν, ό,τι εγγράφει στα αυλάκια του μυαλού μας, ό,τι μάς διαμορφώνει ως πρόσωπα και κυρίως ως πολίτες αυτής της χώρας. Γιατί τα πέπλα της εθνικής κατήφειας, έχουν κι αυτή την ιδιότητα, Ακόμη κι όταν σηκωθούν, όταν φύγει η ένταση και η εγγύτητα τους, αφήνουν βαθιά κάπου μέσα μας τη σκιά τους.
Δύσκολα και δυσερμήνευτα ζητήματα που μάς μαγκώνουν δικαίως. Μαυρίζουν και τις καλές μέρες. Να για παράδειγμα ούτε την επιτυχία του Ολυμπιακού στην Ολλανδία δεν μπόρεσαν να χαρούν οι φίλαθλοί του. Ενώ εάν δεν είχαν προηγηθεί οι δύο τραγωδίες όλα θα ήταν πολύ μα πολύ διαφορετικά.
Θα ήθελα να κλείσω με την ευχή να μην ξαναγίνουμε ποτέ ξανά μάρτυρες τέτοιων κακών, μα με περιορίζει η λογική να το αποτολμήσω.