
Στις επισκέψεις μας στις περιοχές που σήκωσαν δυσανάλογα το βάρος του μεταναστευτικού την καυτή περίοδό του οι κάτοικοι των περιοχών μιλούσαν σχεδόν διστακτικά στην αρχή.Ένιωθαν ότι πρέπει πρώτα απ’ όλανα δηλώσουν ότι δεν είναι ρατσιστές. Ότι βοηθούν και σέβονται. Ότι ξέρουν τι θα πει προσφυγιά, γιατί οι παππούδες τους είχαν έρθει πρόσφυγες. Στη συνέχεια έλεγαν αυτό που τους απασχολούσε πραγματικά. Ότι ο τόπος τους είχε αλλάξει.Ότι υπήρχαν άνθρωποι που έμεναν χωρίς καμία κρατική παρουσία, χωρίς κανόνες, χωρίς έλεγχο. Όχι επειδή ήταν «ξένοι». Αλλά επειδή το κράτος ήταν απόν.
Αυτό φανέρωνε πια τι συνέβαινε στ’ αλήθεια.
Δεν είχαμε να κάνουμε με μίσος. Είχαμε να κάνουμε με την αίσθηση του κόσμου ότι κανείς δεν τους ακούει. Ότι όποιος πολίτης μιλά για προβλήματα υποχρεούται πρώτα να αποδείξει ότι είναι «καλός άνθρωπος». Ότι η πολιτεία ζητά κατανόηση, αλλά δεν προσφέρει σχέδιο και ασφάλεια. Και αυτό είναι λάθος μεγάλο.
Ο ελληνικός λαός δεν είναι ακραίος. Δεν είναι ξενοφοβικός.
Είναι πραγματιστής κι έχει προσφυγικά βιώματα και μνήμες. Θέλει δουλειά. Θέλει ασφάλεια. Θέλει σχολεία και νοσοκομεία που λειτουργούν.
Και ναι – θέλει σύνορα που φυλάσσονται και κανόνες που εφαρμόζονται. Αυτό δεν είναι ακροδεξιά θέση. Είναι εύλογη δημοκρατική πλειοψηφική απαίτηση.
Δεν υπάρχει τίποτα προοδευτικό σε ένα σύστημα χάους. Τίποτα συμπονετικό σε κυκλώματα που στοιβάζουν ανθρώπους σε σαπιοκάραβα. Τίποτα ανθρωπιστικό στην εκμετάλλευση της απόγνωσης. Και η πολιτική προτεραιότητα μας ήταν αυτά ακριβώς να τα αντιμετωπίσουμε. Και η διαφορά με την συντήρηση είναι ότι τα κυκλώματα, την απόγνωση, το χάος τα εκμεταλλεύεται για να ασκήσουν μια απάνθρωπη πολιτική αποτροπής και αποτυχίας. Μια πολιτική θεωρούμενηαπό τους κυβερνόντες αυτονόητηχάριν μιας ανύπαρκτης βεβαιότητας ότι ποτέ και τίποτα δεν θα τους απειλήσει.
Πρέπει να το λέμε καθαρά – και χωρίς ενοχές: Το άσυλο για ανθρώπους που το δικαιούνται είναι αφενός υποχρέωση και αφετέρου δείγμα αξιοπρέπειας και ανθρωπισμού. Αλλά ο έλεγχος του ποιος μπαίνει, πού μένει και με ποιους όρους, είναι βασικό καθήκον της Πολιτείας. Καθήκον της Πολιτείας είναι επίσης να προστατεύει την ανθρώπινη ζωή και να μην αφήνει ανθρώπους έρμαια του καιρού και των θανάσιμων διαδρομών και κυκλωμάτων. Να σέβεται το Διεθνές Δίκαιο και να μην παρασύρεται σε ανιστόρητες κρίσεις μεγαλομανίας και αποτυχημένου μιμητισμού.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ούτε ξέφραγο αμπέλι ούτε αποθήκη ψυχών. Χρειάζεται να ενεργοποιηθεί πλήρως ο ευρωπαϊκός μηχανισμός. Να χτυπηθούν τα κυκλώματα. Να παταχθεί η παράνομη εργασία. Να έχουν όλα τα δικαιώματα όσοι αιτούνται άσυλο και να έχουμε ασφαλείς, γρήγορες και αποδοτικές διαδικασίες γι’ αυτό. Να γίνονται επιστροφές όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία.Και να ενταχθούν πραγματικά όσοι μένουν νόμιμα εδώ.
Και υπάρχει μια ακόμη διάκριση. Άλλο η εύλογη ανησυχία και άλλο η καλλιέργεια φόβου, μίσους και βίας. Όταν καταδικάζουμε τον ρατσισμό, κάποιοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Μας κατηγορούν ότι «φιμώνουμε τον κόσμο, αδιαφορούμε για τον Έλληνα».
Ας είμαστε ξεκάθαροι: Η ελευθερία του λόγου είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας. Αλλά η υποκίνηση βίας και μίσους δεν είναι άποψη – είναι έγκλημα. Όταν λες σε έναν άνθρωπο «γύρνα στη χώρα σου», ενώ έχει γεννηθεί εδώ, όταν υπονοείς ότι Έλληνες δεύτερης γενιάς είναι λιγότερο Έλληνες, όταν στοχοποιείς κι απειλείς οικογένειες, παιδιά, εργαζόμενους, γείτονες, δεν υπερασπίζεσαι την πατρίδα. Τη διαλύεις από μέσα. Σε αυτό δεν μπορούμε να μένουμε ουδέτεροι. Και απέναντι σε αυτούς που φλερτάρουν με την πιθανότητα θανάτου απαιτείται εμείς να παλεύουμε για την αξία του κάθε ανθρώπου.