
Η είδηση: «ΗΠΑ και Τουρκία έχουν ξεκινήσει από πέρσι στοχευμένες επαφές για να επεκτείνουν τη διμερή τους συνεργασία στην κατασκευή πλοίων και εξαρτημάτων για το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό, όπως καταγράφουν τουρκικά και μεσανατολικά ΜΜΕ».
Η ίδια είδηση αναφέρει επίσης πως Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ και αυτό της Τουρκίας έχουν μια «ισχυρή εταιρική σχέση» και διερευνούν τρόπους για να την επεκτείνουν, όπως καταγράφει και σχετική έκθεση, στην οποία η Τουρκία περιγράφεται ως «πολύτιμος σύμμαχος του ΝΑΤΟ».
Ο ίδιος αξιωματούχος υπογράμμισε ότι «μεταξύ των υποστηρικτών της στενότερης συνεργασίας ΗΠΑ - Τουρκίας, η ναυπηγική βιομηχανία θεωρείται ως ένας τρόπος ενίσχυσης αυτών των δεσμών, ενώ παράλληλα εργάζονται γύρω από τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Τουρκία το 2019, εξαιτίας της αγοράς του ρωσικού συστήματος “S - 400”» (Ριζοσπάστης, 5/2/2026).
Αυτά και άλλα ενδιαφέροντα αναφέρει το ρεπορτάζ, που θα μπορούσε, μάλιστα, να έχει τίτλο «χωρίς σχόλια».
Παρ’ όλα αυτά, μπαίνω στον πειρασμό να κάνω μερικές φωναχτές σκέψεις, όχι γι’ αυτή καθ’ αυτή την είδηση, αλλά για τα διάφορα «ντεσού» που κρύβονται πίσω απ’ αυτή.
Κατ’ αρχήν, ουδείς ψόγος για μια διακρατική συμφωνία μεταξύ δύο μερών και μάλιστα συμμάχων. Θα μπορούσε, δε, να έλεγε κανείς ότι είναι μια συμφωνία WIN - WIN, που λένε και στο χωριό μου.
Τα φίδια, όμως, αρχίζουν να με ζώνουν από τη στιγμή που προσπαθώ να δω τι WIN ο ένας και τι WIN ο άλλος, και μάλιστα αυτά τα κέρδη (Win = κερδίζω) ποιος θα τα πληρώσει.
Αρχίζουν, δε, όχι απλά να με ζώνουν αλλά να με πνίγουν, όταν υποπτεύομαι ότι τα πραγματικά κέρδη είτε για τον έναν είτε για τον άλλον δεν είναι αυτά που αναγράφονται στα συμβόλαια και στα συμφωνητικά, αλλά αυτά που «εννοούνται». Αυτά που συμφωνούνται με το κλείσιμο του ματιού, συμφωνίες που γίνονται πίσω από κατάκλειστες πόρτες ή κάτω από το τραπέζι.
Όπως, για παράδειγμα: Αιγαίο; βραχονησίδες; σκέτες νησίδες και νησιά; υφαλοκρηπίδες και θαλάσσιες ζώνες; κυριαρχικά δικαιώματα, υπέδαφος, γεωτρήσεις, υδρογονάνθρακες και λοιπά;
Και αν αυτά αφορούν την Ελλάδα, με τα νότια σύνορα της Τουρκίας - Συρία, Ιράκ, Κούρδους, Λίβανος, Παλαιστίνη, εκεί τι γίνεται; Και με τα άλλα σύνορα, επίσης;
Να ρωτήσω, τώρα, και κάτι άλλο: Τα όποια επιδιωκόμενα κέρδη της Τουρκίας, και βέβαια όχι μόνο, ποιους αφορούν; Αφορούν τον «όλο» τουρκικό λαό; Ε, όχι!
Είναι απολύτως βέβαιο πως από τα κέρδη των συμφωνιών πάνω ή κάτω από το τραπέζι οι εργάτες και οι εργάτριες της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας, της Σμύρνης ή όπου αλλού δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα. Το ίδιο και οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι στα βάθη της Τουρκίας, στο κέντρο ή στα παράλια της.
Αντίθετα, οι διάφοροι και ποικιλώνυμοι Ραχμί Κοτς, Σαρίκ Ταρά, Χουσνού Οζιεγκίν και όπως αλλιώς λέγονται θα δουν να φουσκώνουν κι άλλο οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί.
Το ίδιο, βέβαια, και στην περίπτωση που οι «winners» (κερδισμένοι) είναι από τη «δική μας» πλευρά: Μυτιληναίος, Μαρινάκης, Βαρδινογιάννης, Λάτσης και πάει λέγοντας.
Γι’ αυτό να μη μπερδευόμαστε. Ο καυγάς γίνεται για το πάπλωμα και όχι για να σκεπαστούν αυτοί που κρυώνουν.
Τόσο ο τουρκικός λαός όσο και ο ελληνικός, όπως και όλοι οι άλλοι λαοί, αυτοί δηλαδή που με τόση έπαρση οι αστοί πολιτικοί τους αποκαλούν «υποζύγια του προϋπολογισμού» - και όχι μόνο, θα έλεγα εγώ - από τις όποιες επιδιώξεις των αστικών τάξεων των χωρών τους έχουν μόνο να χάσουν. Το πιθανότερο, να χάσουν τις ζωές τους.
Στο δια ταύτα, λοιπόν: Οι όποιες συμφωνίες ή «συμφωνίες» εμάς τους πολλούς δεν μας αφορούν. Ή, πιο σωστά, δεν μας αφορούν για καλό.
Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τους γυρίσουμε την πλάτη, να κοιτάξουμε να γίνουμε εμείς τα αφεντικά στους τόπους μας και μετά να προχωρήσουμε σε συμφωνίες, σε συμφωνίες μεταξύ των λαών.