
9η Φεβρουαρίου: Παγκόσμια ημέρα ελληνικής γλώσσας. Ελάχιστος φόρος τιμής σε μια πλούσια γλώσσα με μακραίωνη διαρκή ιστορία, με αξιοθαύμαστη πλαστικότητα και απέραντη πολυτυπία χάρη στην οποία κατάφερε και καταφέρνει να αποδώσει και το πιο λεπτό φιλοσοφικό νόημα, το πιο βαθύ λυρικό συναίσθημα, το πιο ψηλό και πλατύ επικό μεγαλείο. Μακρινή πηγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού η Ελλάδα, βρίσκεται ολοζώντανη μέσα στις λέξεις που καθημερινά μεταχειρίζεται ο Ευρωπαίος πολίτης. Οι γλωσσικές ρίζες της ελληνικής, όπως τη διαμόρφωσαν και την εξύψωσαν μεγάλοι πλαστουργοί του Λόγου, προσφέρουν στήριγμα στέρεο και βαθύ στις ευρωπαϊκές γλώσσες παρέχοντάς τους συγχρόνως την πιο υψηλή δυνατότητα για αφαίρεση.
Ο λόγος στον Άγγελο Δεληβοριά και σε απόσπασμα από καίρια ομιλία του στην 53η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης (Οκτώβριος 2001), όπου η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα:
Η ελληνική γλώσσα μπορεί να μιλιέται σήμερα από ένα πλήθος που δεν ξεπερνά συνολικά τα είκοσι εκατομμύρια, παραμένει όμως η γλώσσα με την οποία μίλησαν για πρώτη φορά η ποίηση και το θέατρο, η φιλοσοφία και η επιστήμη, τα μαθηματικά και η ιατρική, το δίκαιο και η ηθική, η πολιτική και η ίδια η ιστορία˙ η γλώσσα με την οποία αποκρυσταλλώθηκε για πρώτη φορά το νόημα των αφηρημένων εννοιών και σφυρηλατήθηκε επίσης για πρώτη φορά το περιεχόμενο της δημοκρατίας. Είναι η γλώσσα ενός μικρού χώρου που νίκησε τον χρόνο με τη διάρκεια της ευπλασίας της, με την κυριολεκτική της εμβέλεια και με τη μαγική ικανότητα ενός συνεχούς αναπροσανατολισμού. Είναι η γλώσσα της συγγραφής των Ευαγγελίων και ενός μεγάλου μέρους από τις αναζητήσεις του μεσαιωνικού στοχασμού, μια γλώσσα που βυθίζεται με την ίδια ευχέρεια στα βαθιά νερά του παρελθόντος και στα επικίνδυνα συχνά ρεύματα των εκάστοτε νέων καιρών. Γιʼ αυτό και άντεξε όχι μόνο τους τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και τις εξίσου επώδυνες περιόδους της ενετικής και της αγγλικής κατοχής. Για την ακρίβεια, όχι απλώς άντεξε επιβιώνοντας, αλλά ανθώντας ποιητικά, με έναν τρόπο που είχε προκαλέσει τον ανυπόκριτο θαυμασμό του Goethe, ο οποίος μάλιστα μετέφρασε και ορισμένα δημοτικά τραγούδια. Όταν το 1825, μέσα στη δίνη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κυκλοφορούσε για πρώτη φορά η γαλλική έκδοση των δημοτικών τραγουδιών, ο Claude Fauriel δεν δίσταζε να διακηρύξει ότι «η νέα ελληνική (γλώσσα) έχοντας έναν πυρήνα το ίδιο ομοιογενή και πιο πλούσιο από τα γερμανικά, όντας το ίδιο ξεκάθαρη με τα γαλλικά, πιο εύκαμπτη από τα ιταλικά και πιο αρμονική από τα ισπανικά, δεν της λείπει τίποτε, για να θεωρηθεί από τώρα η πιο όμορφη γλώσσα της Ευρώπης».
Η πλαστικότητα της νεοελληνικής εκδοχής του ίδιου πάντοτε πανάρχαιου λόγου με την καίρια αμεσότητα, την ευφάνταστη παρασημαντική και τη συγκινητική μουσικότητα εξακολούθησε όμως να πυροδοτεί τα πετάγματα της έκφρασης και μετά το δημοτικό τραγούδι: από τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του λιγότερο γνωστού ‒δηλαδή ατελώς μεταφρασμένου‒ εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού ως τις «Ωδές» του παντελώς αγνώστου Ανδρέα Κάλβου, από τον Καβάφη και τον Σεφέρη ως τον Ρίτσο και τις νεότερες γενιές που διαπλάθουν την αυτοσυνειδησία μας.
Η Ελλάδα κρατώντας ζωντανό ακόμη τον απόηχο της πνοής του Ομήρου και της Σαπφώς, του Αισχύλου και του Ευριπίδη, είναι η χώρα της ποίησης ‒ για να μην πω: η πατρίδα της. Αυτό αναδύεται με συγκρατημένη περηφάνια από τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη στο «Άξιον Εστί» ως σημαντική κατάθεση του ελληνικού στο στερέωμα του ευρωπαϊκού λόγου:
Τη Γλώσσα μού έδωσαν ελληνική˙
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.