
Πέμπτη, 10 Φλεβάρη, γύρω στις εξήμισι τ’ απόγευμα, και μια δράση του Εργατικού Κέντρου για το νέο νομοσχέδιο-έκτρωμα που προωθεί η κυβέρνηση και αφορά την υπογραφή, ή μάλλον τη μη υπογραφή, Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, είναι σε εξέλιξη.
Μια πορεία εργαζομένων και συνταξιούχων περνά μέσα από την Αγορά για να επικοινωνήσουν στον κόσμο την αγωνία και τον αγώνα τους για δουλειά και όχι δουλεία, για ζωή και όχι επιβίωση.
Στον κόσμο... όμως ποιον κόσμο; Εκτός από τους διαδηλωτές, κάποιοι ελάχιστοι διαβάτες που περνούν στα γρήγορα δεν έχουν διάθεση όχι να ψωνίσουν, αλλά ούτε καν να χαζέψουν στις βιτρίνες...
Και το σύνθημα «Εργατιά χωρίς λεφτά, μαγαζιά χωρίς δουλειά» ανεβαίνει στα χείλη των διαδηλωτών από μόνο του.
Στα μαγαζιά, από πελατεία, ούτε ψυχή. Κάποια κλειστά, κάποια θεόκλειστα και κάποια με το «ενοικιάζεται» να πιάνει τη μισή βιτρίνα, και δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό βρίσκεται εκεί.
Όμως, όταν... «Τα λεφτά στις τσέπες μας γίνονται καπνός και οι μισθοί τελειώνουν στις δέκα του μηνός», ποιος και πώς θα μπει στα μαγαζιά και, αν μπει, τι να κάνει;
Προχωράς, ακούς τα συνθήματα και σου έρχονται στο μυαλό διάφορα: «Ανάπτυξη», «Πτώση ανεργίας», «Πολλές και καλές θέσεις εργασίας», «Στήριξη στη μεσαία τάξη», «Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις», «Πάταξη της αισχροκέρδειας» και λες, δεν μπορεί, ή με δουλεύουν ή... με δουλεύουν.
Θυμάσαι, ακόμα, πως τον παλιό εκείνο καιρό, που μπορούσες να ζήσεις με τον μισθό σου ή το μεροκάματό σου, σου πρήζαν ό,τι μπορούσε να πρηστεί, λέγοντας πως για την ακρίβεια και τον πληθωρισμό έφταιγε «το μισθολογικό κόστος» των εργαζομένων.
Τώρα; Για την ακρίβεια ποιος φταίει; Πάλι το «μισθολογικό κόστος»; Για την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος φταίνε οι παχυλοί μισθοί που παίρνουν οι δόλιες τηλεφωνήτριες που προσπαθούν να μας πείσουν, ντε και καλά, να πάμε στην «Protergia» ή στη «Zenith» ή να μείνουμε στη ΔΕΗ; Και για τα τηλέφωνα, τα ίδια; Για τα εισιτήρια πλοίων και αεροπλάνων; Για το ότι μπαίνεις στο σούπερ μάρκετ και οι τιμές των ζαρζαβατικών συναγωνίζονται αυτές των ημιπολύτιμων λίθων; Γι’ αυτές φταίνε οι αγρότες που «αισχροκερδούν»; Για το κρέας, το γάλα, τα τυριά μήπως φταίνε οι κτηνοτρόφοι;
Κοιτάξτε κάτι. Εγώ και κάμποσοι ακόμα, που όσο περνά ο καιρός γίνονται περισσότεροι, ξέρουμε και ποιος φταίει για όλο αυτό το αίσχος και πού πάνε τα λεφτά που, αντί να πάνε σ’ αυτούς που τα βγάζουν, στον δρόμο ξεστρατίζουν και αλλάζουν πορεία. Και όσο περισσότεροι γινόμαστε, τόσο το καλύτερο για όλους εμάς, τους πολλούς, τα «υποζύγια», όπως μας λένε. Και κάτι ακόμα, τελευταίο. Η λαγίνα πάει πολλές φορές στη βρύση. Μια φορά όμως που θα πέσει, θα σπάσει. Και τότε αλί στον Αλή...