Η μείωση της παραγωγής πρόβειου και γίδινου γάλακτος στην Ελλάδα είναι ήδη διαπιστωμένη για το 2026 και, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, αγγίζει τους 40.000 τόνους. Στη Λέσβο, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η παραγωγή γάλακτος έχει μειωθεί κατά 8.000 τόνους το τετράμηνο Μαρτίου–Ιουνίου. Τους επόμενους μήνες, η μείωση της παραγωγής αναμένεται να γίνει ακόμη μεγαλύτερη, τόσο στη Λέσβο όσο και στο σύνολο της χώρας.
Μια απώλεια 50.000 τόνων γάλακτος σημαίνει μείωση της παραγωγής φέτας κατά 12.500 τόνους. Η ποσότητα αυτή θα λείψει τόσο από την ελληνική αγορά όσο και από τις εξαγωγές τυροκομικών προϊόντων της χώρας.
Έμπειρος επιχειρηματίας του κλάδου περιέγραφε στο «Ν», ήδη από τον περασμένο Μάιο, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα: η ζήτηση για γάλα αυξάνεται, η τιμή του ανεβαίνει, ενώ ο όγκος παραγωγής φέτας και άλλων τυροκομικών προϊόντων που βασίζονται στο πρόβειο γάλα μειώνεται. Η μείωση του όγκου παραγωγής οδηγεί σε αύξηση του λειτουργικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος για τις μικρότερες γαλακτοβιομηχανίες της χώρας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται η χονδρική τιμή της φέτας και των άλλων εγχώριων τυροκομικών προϊόντων. Τα σούπερ μάρκετ, με τη σειρά τους, αγοράζουν ακριβότερα και πωλούν ακριβότερα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις βάζουν και ένα πρόσθετο «καπέλο», αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τα κέρδη τους.
Η μείωση της παραγωγής γάλακτος γίνεται πιο εμφανής από τον Ιούλιο και μετά. Αυτό σημαίνει ότι, από την ίδια περίοδο, μειώνεται και η παραγωγή τυροκομικών προϊόντων και, συνεπώς, περιορίζονται τα αποθέματα που έχουν στη διάθεσή τους οι τυροκομικές επιχειρήσεις.
Ειδικά για τη Λέσβο, οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι στα τέλη Οκτωβρίου αρκετές τοπικές γαλακτοβιομηχανίες θα έχουν πουλήσει όλα τα αποθέματα τυριών που παρήγαγαν και δεν θα μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση των πελατών τους, όπως είναι τα σούπερ μάρκετ, οι επιχειρήσεις εστίασης και τα καταστήματα πώλησης τυροκομικών προϊόντων. Η αδυναμία εξυπηρέτησης των πελατών σημαίνει, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, απώλεια σημείων πώλησης. Γι’ αυτό και, αργά αλλά σταθερά, οι γαλακτοβιομηχανίες έχουν ξεκινήσει εδώ και μήνες έναν ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ τους, ο οποίος ανεβάζει τις τιμές του πρόβειου γάλακτος και, σε δεύτερο πλάνο, τις τιμές του γίδινου.
Κάποιες γαλακτοβιομηχανίες θα βγουν κερδισμένες από αυτόν τον πόλεμο και κάποιες χαμένες. Αυτό είναι βέβαιο. Κερδισμένες θα είναι όσες διαθέτουν καλύτερη κεφαλαιακή βάση —όχι απαραίτητα τη μεγαλύτερη—, όσες έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και όσες μπορούν να αξιοποιήσουν τις οικονομίες κλίμακας που δημιουργούνται κατά περίπτωση.
Η τιμή του 1,70 ευρώ ανά κιλό για το πρόβειο γάλα της Λέσβου, την οποία ανακοίνωσε χθες η εταιρεία «Βοσκοπούλα» του Δημήτρη Μπαταγιάννη, αφορά την τρέχουσα γαλακτοπαραγωγική περίοδο. Για τη νέα γαλακτοπαραγωγική σεζόν, πολλοί εκτιμούν ότι η τιμή του πρόβειου γάλακτος θα ανέβει στα 2,00 ευρώ ανά κιλό.
Φυσικά, η άνοδος των τιμών δεν θα γίνει αυτόματα και σίγουρα όχι μέσω της «αυτορρύθμισης» της αγοράς. Η αύξηση των τιμών παραγωγού θα έρθει μέσα από τη συνεργατική δράση: να δημιουργηθούν συνεταιρισμοί εκεί όπου δεν υπάρχουν και, όπου ήδη λειτουργούν, να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις, κοινοπραξίες και άλλες μορφές συνεργασίας.
Όλα τα παραπάνω θα συμβούν, εφόσον δεν ανοίξει κάποιο «παραθυράκι» που θα επιτρέψει, νόμιμα ή παράνομα, τις εισαγωγές πρόβειου γάλακτος από γειτονικές χώρες, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί από τις εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες για να καλύψουν τα ελλείμματα σε πρώτη ύλη.