«Είναι αργά για δάκρυα, Στέλλα…»
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι χάσαμε στο ΣτΕ. Είναι πώς φτάσαμε ως εδώ.
«Χάσαμε τη δικαστική μάχη, όχι την πολιτική».
«Η διεκδίκηση συνεχίζεται».
«Τώρα η ευθύνη περνά στην πολιτική εξουσία».
Όλα σωστά.
Μόνο που λείπει μια δύσκολη αλλά αναγκαία συζήτηση:
Η πολιτική ευθύνη δεν προέκυψε το 2026. Την γνωρίζαμε τουλάχιστον από το 2019.
Το 2019 είναι το κρίσιμο σημείο καμπής όχι αυθαίρετα. Τότε, με τις αποφάσεις 1307–1316/2019, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκλεισε έναν ολόκληρο κύκλο δικαστικών προσδοκιών για τον 13ο και τον 14ο μισθό.
Και η ίδια η ΑΔΕΔΥ είχε κατανοήσει τότε τι σήμαινε αυτό: μίλησε για «επανανομοθέτηση» των δώρων και κάλεσε την κυβέρνηση να τα επαναφέρει με πολιτική απόφαση.
Άρα από το 2019 γνωρίζαμε κάτι πολύ σημαντικό:
η πολιτική διεκδίκηση έπρεπε πλέον να πάψει να αποτελεί το συμπλήρωμα της δικαστικής στρατηγικής και να γίνει η ίδια η στρατηγική.
Δεν ισχυρίζομαι ότι στο μεταξύ δεν έγιναν κινητοποιήσεις, απεργίες ή ανακοινώσεις. Έγιναν.
Αλλά άλλο κινητοποίηση και άλλο στρατηγική.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, από το 2019 μέχρι σήμερα, συγκροτήσαμε ένα σχέδιο ικανό να μετατρέψει την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού από πάγιο συνδικαλιστικό αίτημα σε πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για κάθε κυβέρνηση.
Γιατί το 2024 συνέβη κάτι αποκαλυπτικό.
Η νέα δικαστική διεκδίκηση στηρίχθηκε ακριβώς στο επιχείρημα ότι οι δημοσιονομικές συνθήκες είχαν αλλάξει: τελείωσαν τα μνημόνια, η οικονομία αναπτύχθηκε, τα δημόσια οικονομικά βελτιώθηκαν, άρα υπήρχαν πλέον λόγοι να επανεξεταστεί η διατήρηση της κατάργησης.
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το στρατηγικό λάθος.
Εγκλωβιστήκαμε στον οικονομικό ντετερμινισμό.
Στην ιδέα ότι, όταν βελτιωθούν αρκετά οι οικονομικοί δείκτες, όταν δημιουργηθεί «δημοσιονομικός χώρος», όταν η χώρα επιστρέψει στην κανονικότητα, τότε περίπου νομοτελειακά θα ωριμάσουν και οι προϋποθέσεις για να πάρουμε πίσω όσα χάσαμε.
Μόνο που η πολιτική δεν λειτουργεί έτσι.
Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή.
Δεν υπάρχει κάποιο ουδέτερο ταμείο που γεμίζει και, όταν φτάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, αρχίζει από μόνο του να αποκαθιστά μισθούς και δικαιώματα.
Υπάρχει κρατικός προϋπολογισμός.
Υπάρχουν προτεραιότητες.
Υπάρχουν κοινωνικές ανάγκες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
Υπάρχουν ισχυρές και λιγότερο ισχυρές κοινωνικές ομάδες.
Υπάρχει τελικά μια βαθιά πολιτική απόφαση για το ποιος θα πάρει τι από τον παραγόμενο πλούτο.
Και αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο οφείλει να παράγει πολιτική το συνδικαλιστικό κίνημα.
Η απόφαση 1201/2026 του ΣτΕ κάνει αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επιτακτική.
Γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουμε απλώς μια επανάληψη του 2019.
Το 2019 το Δικαστήριο έκρινε την κατάργηση των δώρων που είχε γίνει το 2012, μέσα στο περιβάλλον της δημοσιονομικής κρίσης.
Τώρα τέθηκε ενώπιόν του ακριβώς το επιχείρημα ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Και το ΣτΕ απάντησε εξετάζοντας και τη μεταμνημονιακή περίοδο: έκρινε ότι η μη επαναφορά μπορεί και σήμερα να δικαιολογείται από λόγους δημοσιονομικής ευστάθειας και ότι η επιλογή του τρόπου κατανομής των διαθέσιμων πόρων ανήκει κατ’ αρχήν στον νομοθέτη και υπόκειται μόνο σε οριακό δικαστικό έλεγχο.
Αυτό είναι μια ποιοτικά νέα κατάσταση.
Γιατί πλέον δεν έχουμε μόνο τη δικαστική νομιμοποίηση μιας περικοπής που επιβλήθηκε σε συνθήκες κρίσης.
Έχουμε τη δικαστική αποδοχή της διατήρησής της μέσα στη μεταμνημονιακή κανονικότητα.
Γι’ αυτό και το ερώτημα σήμερα δεν μπορεί να είναι απλώς:
«Πώς συνεχίζουμε τον αγώνα;»
Πρέπει πρώτα να απαντήσουμε:
Τι θα κάνουμε διαφορετικά;
Γιατί στρατηγική θα σήμαινε όλα αυτά τα χρόνια να έχουμε συνδέσει τον 13ο και τον 14ο μισθό με την πραγματική απώλεια αγοραστικής δύναμης, με την αδυναμία στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών, με τους εκπαιδευτικούς και τους γιατρούς που δεν μπορούν να ζήσουν στα νησιά, με τους επιστήμονες που δεν επιλέγουν πλέον το Δημόσιο.
Θα σήμαινε τεκμηριωμένη κοστολόγηση και εναλλακτικά σενάρια σταδιακής επαναφοράς.
Θα σήμαινε να αποτελεί το ζήτημα συγκεκριμένο πεδίο αντιπαράθεσης σε κάθε κρατικό προϋπολογισμό.
Να υποχρεώνονται τα πολιτικά κόμματα να απαντούν όχι μόνο «ναι» ή «όχι», αλλά πότε, πώς και με ποια δημοσιονομική προτεραιότητα.
Να οικοδομούνται κοινωνικές συμμαχίες ώστε η μισθολογική υποβάθμιση των δημοσίων υπαλλήλων να μην παρουσιάζεται ως στενά «κλαδικό» αίτημα, αλλά ως πρόβλημα λειτουργίας του ίδιου του κοινωνικού κράτους.
Και βεβαίως να χρησιμοποιείται κάθε δικαστικό μέσο.
Ως εργαλείο όμως μιας πολιτικής στρατηγικής — όχι ως υποκατάστατό της.
Το λάθος, λοιπόν, δεν ήταν ότι προσφύγαμε στο ΣτΕ.
Το λάθος ήταν ότι αφήσαμε ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα να επιστρέψει στο ΣτΕ χωρίς προηγουμένως να έχουμε μεταβάλει επαρκώς τους πολιτικούς συσχετισμούς μέσα στους οποίους αυτό θα κρινόταν.
Γι’ αυτό δεν αρκεί σήμερα να λέμε:
«Χάσαμε δικαστικά, όχι πολιτικά».
Το γνωρίζαμε από το 2019 ότι η λύση είναι πολιτική.
Και σήμερα γίνεται ακόμη πιο καθαρό ότι δικαιώματα αυτού του μεγέθους δεν επιστρέφουν μέσα στις δικαστικές αίθουσες, αν προηγουμένως δεν έχουν συγκροτηθεί ως ισχυρό κοινωνικό αίτημα και φυσικά δεν έχουν επιβληθεί ως πολιτική προτεραιότητα.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι σήμερα ανακαλύπτουμε κάτι που δεν γνωρίζαμε. Το πρόβλημα είναι ότι επί επτά χρόνια δεν μετατρέψαμε αυτή τη γνώση σε συνεκτική πολιτική στρατηγική.
Και κυρίως:
τι πρόκειται να κάνουμε διαφορετικά από αύριο;
Γιατί αν η απάντηση είναι πάλι μια ανακοίνωση, μια αποσπασματική κινητοποίηση και η αναμονή του επόμενου ευνοϊκότερου οικονομικού ή πολιτικού κύκλου, τότε φοβάμαι ότι…
θα "είναι πολύ αργά για δάκρυα, Στέλλα".