
Μπορεί ένα ρεπορτάζ να φέρει δύο λαούς πιο κοντά; Πόσο εύκολα ένας τίτλος, μια εικόνα ή μια λέξη μπορούν να καλλιεργήσουν φόβο και εχθρότητα; Και ποια περιθώρια έχει ένας δημοσιογράφος να αναζητήσει την αλήθεια όταν η ενημέρωση γίνεται μέρος της πολεμικής αντιπαράθεσης;
Αυτά τα ερωτήματα βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης «Ρεπορτάζ για την Ειρήνη», που πραγματοποιήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου 5 Σεπτεμβρίου στο Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, στο πλαίσιο του δεύτερου Διεθνούς Φεστιβάλ Ειρήνης.
Η Sevda Alankuş, ο Barış İnce, ο Γιώργος Πλειός και ο Παύλος Νεράντζης προσέγγισαν τη σχέση δημοσιογραφίας και ειρήνης μέσα από την ακαδημαϊκή έρευνα, την εμπειρία της ενημέρωσης και την κάλυψη ένοπλων συγκρούσεων. Η συζήτηση ανέδειξε τόσο τις δυνατότητες των μέσων να ενισχύσουν την κατανόηση μεταξύ των κοινωνιών όσο και τους μηχανισμούς που τα οδηγούν στην αναπαραγωγή στερεοτύπων, εθνικιστικών αφηγήσεων και προπαγάνδας.
Η άλλη πλευρά του Αιγαίου μέσα από διαφορετικό φακό
Η Sevda Alankuş έθεσε στο κέντρο της παρέμβασής της την ανάγκη αλλαγής του τρόπου με τον οποίο η δημοσιογραφία προσεγγίζει τις συγκρούσεις και τους ανθρώπους που υφίστανται τις συνέπειές τους.
Αμφισβήτησε τη λογική που συνδέει την αξία μιας είδησης κυρίως με το αίμα, τη βία και την ένταση, αναδεικνύοντας την ανάγκη μιας ενημέρωσης που δίνει χώρο στους πιο αδύναμους. Πρόσφυγες, μετανάστες, γυναίκες και άνθρωποι που βρίσκονται στο περιθώριο χρειάζεται να αποκτούν δική τους φωνή στο ρεπορτάζ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δημοσιογράφων. Η πρότασή της για ένα σταθερό δίκτυο συνεργασίας, με δυνατότητα άμεσης επαφής και ανταλλαγής πληροφοριών, συνδέθηκε με την ανάγκη να ξεπεραστούν η απόσταση και η αμοιβαία άγνοια. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδείχθηκε και η δυνατότητα συνεργασίας των τοπικών μέσων στις δύο ακτές του Αιγαίου.
Ένα προσωπικό περιστατικό που μετέφερε από επίσκεψή της στη Χίο αποτύπωσε παραστατικά πώς η ανθρώπινη επαφή μπορεί να μεταβάλει παγιωμένες αντιλήψεις. Η γυναίκα που τη φιλοξενούσε περιέγραψε τη μετάβαση από τον φόβο για την άφιξη των Τούρκων στην προσμονή να τους υποδεχθεί ως επισκέπτες.
Η Alankuş στάθηκε επίσης στον τρόπο κάλυψης του προσφυγικού. Όπως επισήμανε, μέσα στην ανταλλαγή κατηγοριών ανάμεσα στις δύο χώρες συχνά χάνονται οι ίδιοι οι άνθρωποι, οι ανάγκες τους και οι συνθήκες στις οποίες βρίσκονται. Αντίστοιχα, παρουσίασε το περιβάλλον ως πεδίο κοινής δημοσιογραφικής δουλειάς, καθώς οι πυρκαγιές, η ρύπανση και οι οικολογικές απειλές υπερβαίνουν τα σύνορα.
Όταν η τηλεοπτική ένταση επηρεάζει την εξωτερική πολιτική
Ο Γιώργος Πλειός ανέλυσε τον καθοριστικό ρόλο των μέσων επικοινωνίας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και, μέσω αυτής, στις πολιτικές αποφάσεις.
Όπως εξήγησε, οι πολίτες γνωρίζουν έναν πόλεμο κυρίως μέσα από τις εικόνες και τις αφηγήσεις των ΜΜΕ. Ο τρόπος παρουσίασης επηρεάζει τη στάση τους, τη συμμετοχή τους σε αντιπολεμικές κινητοποιήσεις και την υποστήριξή τους προς πολιτικές δυνάμεις.
Αναφερόμενος στην κρίση των Ιμίων, υποστήριξε ότι η υπερβολική δραματοποίηση και ο εθνικιστικός λόγος μετέτρεψαν την αντιπαράθεση σε τηλεοπτικό θέαμα, επηρεάζοντας και τη διαχείρισή της. Στον αντίποδα, επισήμανε τη συμβολή πολιτιστικών ανταλλαγών και τηλεοπτικών παραγωγών στην υποχώρηση της εχθρότητας και στην εξοικείωση με τη γειτονική κοινωνία.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρατήρησή του για το κλίμα που διαμορφώνεται όταν κυριαρχεί η πολεμική ρητορική: «Αυτός που μιλάει για ειρήνη θεωρείται προδότης».
Για τον ίδιο, η δημοσιογραφία της ειρήνης απαιτεί να γίνεται κατανοητή και η θέση της άλλης πλευράς, να αναζητούνται ειρηνικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών και να αποκαλύπτονται οι διαφορετικές φωνές μέσα σε κάθε κοινωνία.
«Πρέπει να σπάσουν αυτόν τον τοίχο της ομοφωνίας», τόνισε, περιγράφοντας την ευθύνη των δημοσιογράφων να αναδεικνύουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στα μέσα και στους πολίτες. Στις προϋποθέσεις που έθεσε περιλαμβάνονται η ερευνητική δημοσιογραφία, ο έλεγχος των κυβερνητικών ισχυρισμών και η συνεργασία των δημοσιογράφων σε σταθερή βάση.
Η ανεξαρτησία περνά και από τις συνθήκες εργασίας
Στην παρέμβαση του δημοσιογράφου και συγγραφέα Barış İnce τέθηκε το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στην ιδιοκτησία των μέσων, την οικονομική ισχύ και την πολιτική εξουσία.
Η αναφορά του στη συγκέντρωση των μέσων σε μεγάλες επιχειρήσεις και στις πιέσεις που βιώνουν οι εργαζόμενοι έφερε στη συζήτηση την υλική πλευρά της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας. Τα περιθώρια του συντάκτη συνδέονται και με το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζεται, τις εξαρτήσεις του μέσου και τον φόβο απέναντι στην εργοδοσία.
Η διάσταση αυτή συμπλήρωσε τον προβληματισμό για τη δυνατότητα μιας δημοσιογραφίας που θα υπηρετεί την ειρήνη, αναδεικνύοντας τα εμπόδια που συναντά στην καθημερινή λειτουργία της ενημέρωσης.
Περισσότερες ζωντανές συνδέσεις, λιγότερη ουσιαστική ενημέρωση
Ο Παύλος Νεράντζης, μεταφέροντας την εμπειρία του από την κάλυψη ένοπλων συγκρούσεων από τη δεκαετία του 1980, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις δυσκολίες εφαρμογής αυτών των αρχών στο πεδίο.
Περιέγραψε ένα παράδοξο της σύγχρονης πολεμικής κάλυψης: όσο ο πόλεμος έμπαινε περισσότερο στα σπίτια μέσα από ζωντανές συνδέσεις, τόσο περιορίζονταν, κατά την εμπειρία του, οι δυνατότητες ανεξάρτητης δημοσιογραφικής έρευνας.
Οι ελεγχόμενες μετακινήσεις των ανταποκριτών, η ενσωμάτωσή τους σε στρατιωτικές μονάδες και η διάθεση έτοιμου οπτικοακουστικού υλικού από στρατιωτικές διοικήσεις μπορούν, όπως εξήγησε, να καθορίζουν τι βλέπει και τι μεταδίδει ο δημοσιογράφος.
Στάθηκε επίσης στη λογοκρισία και στις σχέσεις ιδιοκτητών των μέσων με την πολιτική ηγεσία, υπογραμμίζοντας πόσο δύσκολη γίνεται η αναζήτηση της αλήθειας όταν τα κυρίαρχα μέσα υιοθετούν την επίσημη αφήγηση.
Οι λέξεις και οι εικόνες διαμορφώνουν συνειδήσεις
«Η γλώσσα είναι ιδεολογικό εργαλείο», σημείωσε ο Παύλος Νεράντζης, εξηγώντας ότι οι χαρακτηρισμοί που επιλέγονται για τα πρόσωπα και τα γεγονότα επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα αντιλαμβάνεται το κοινό.
Αντίστοιχα, μια εικόνα αποκτά διαφορετικό νόημα ανάλογα με το πλάνο, τη λεζάντα και τις πληροφορίες που τη συνοδεύουν. Μέσα από παραδείγματα πολεμικής κάλυψης, περιέγραψε πώς η ίδια επίθεση μπορεί να παρουσιαστεί με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά ενημερωτικά περιβάλλοντα.
Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη να αναδεικνύονται οι συνέπειες των συγκρούσεων στους αμάχους χωρίς να εμπορευματοποιείται ο ανθρώπινος πόνος. Η κατανόηση των βαθύτερων αιτιών ενός πολέμου αποτέλεσε βασικό άξονα της τοποθέτησής του.
Προς το κοινό απηύθυνε προτροπή για αναζήτηση πολλών πηγών, διασταύρωση και κριτική ανάγνωση, επισημαίνοντας τις πρόσθετες δυσκολίες που δημιουργούν τα κοινωνικά δίκτυα και οι εικόνες τεχνητής νοημοσύνης.
Συνεργασία πριν από την επόμενη κρίση
Η ανάγκη διαρκούς επικοινωνίας μεταξύ δημοσιογράφων από την Ελλάδα και την Τουρκία επανήλθε στη συζήτηση ως συγκεκριμένη δυνατότητα δράσης. Κοινά ρεπορτάζ, ανταλλαγή πληροφοριών και ανάδειξη των προβλημάτων που μοιράζονται οι κοινωνίες των δύο ακτών μπορούν να δημιουργήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης πριν αυτές δοκιμαστούν από μια νέα κρίση.
Στη Μυτιλήνη, η συζήτηση για τη δημοσιογραφία της ειρήνης συνδέθηκε έτσι με την καθημερινότητα του Αιγαίου, τις ανθρώπινες επαφές και την ευθύνη της ενημέρωσης. Ο Παύλος Νεράντζης έκλεισε την παρέμβασή του επιμένοντας στη δυνατότητα ενεργοποίησης των πολιτών, ώστε ο πόλεμος να μη γίνεται αποδεκτός ως αναπόφευκτος και η βία ως κανονικότητα.