× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Λέσβος: Ένα συλλογικό δράμα πίσω από τις ζώνες επιτήρησης

Της ΘΕΟΦΑΝΙΑΣ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗ, Κοινωνικής Ανθρωπολόγου & Ιστορικού

Δημοσίευση 3/4/2026

Λέσβος: Ένα συλλογικό δράμα πίσω από τις ζώνες επιτήρησης
' χρόνος ανάγνωσης

Στα καφενεία του νησιού, εκτός από καφέ και γλυκάνισο είναι διάχυτη στον αέρα η μυρωδιά από μια υπόκωφη αγωνία που δεν λέει να καταλαγιάσει. Οι κτηνοτρόφοι, με τα «ψημένα» από τη δύσκολη εργασία τους χέρια, κρατούν το ποτήρι που σιγά σιγά αδειάζει, σαν να κρατούν την τελευταία ελπίδα της χρονιάς. Στα μάτια των ξένων, των περαστικών, εκείνων που δεν έχουν ιδέα για το βάρος της ποιμενικής ζωής, ίσως, η πραγματικότητα του αφθώδους πυρετού να γίνεται αντιληπτή μόνο ως «υγειονομική κρίση». Εκείνο όμως που πραγματικά λαμβάνει χώρα, είναι ένα βαθύ και πολυεπίπεδο δράμα που ξετυλίγεται στις πλάτες ενός ολόκληρου νησιού και ειδικά σε περιοχές όπου η κτηνοτροφία είναι η μόνη πηγή εισοδήματος.

Η εμφάνιση της ζωονόσου στη Λέσβο, είναι αυτό που θα λέγαμε με ανθρωπολογικούς όρους «μια βίαιη εισβολή της φύσης στον πολιτισμό μας». Είναι η στιγμή που το «ακάθαρτο», αυτός ο αόρατος ιός που όπως γράφουν στις εφημερίδες ήρθε από τα απέναντι παράλια, έσπασε τα σύνορα και μετέτρεψε το ζωντανό βιός σε «μίασμα». Ξαφνικά, το πρόβατο έπαψε να είναι ο σύντροφος και ο μόχθος του ανθρώπου και έγινε ένα «επικίνδυνο σώμα» που πρέπει να εξολοθρευτεί. Είναι οδυνηρό να παρακολουθείς την κρατική μηχανή να λειτουργεί με μια παγωμένη, πειθαρχική λογική. Το νησί χωρίστηκε σε ζώνες, 3 χιλιόμετρα, 10 χιλιόμετρα, λες και ο χάρτης είναι χειρουργικό τραπέζι. Αυτές οι γραμμές στο χαρτί εκτός από γεωγραφία, όμως είναι και τα όρια της εξουσίας. Μέσα εκεί, η ζωή μπαίνει σε καραντίνα και κάθε κίνηση σταματά ενώ ο άνθρωπος υποτάσσεται σε μια «βιοπολιτική» που αποφασίζει ποιο ζώο θα ζήσει και ποιο θα σφαγιαστεί για να ταφεί στη συνέχεα σε μια μαζική τάφρο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

      Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η βαθύτερη τραγωδία της Λέσβου, φτάνοντας στην πλήρη ανατροπή της έννοιας του θανάτου. Στην παράδοση του νησιού, ο θάνατος του αμνού το Πάσχα ήταν πάντα ιερός, μια ιεροτελεστία που καθαγίαζε τον χρόνο. Στο Κουρμπάνι, που γίνεται στα πανηγύρια, η θυσία δεν είναι φόνος, αλλά μια προσφορά που δημιουργεί communitas, μια ιερή στιγμή όπου το αίμα που χύνεται αναγεννά τους δεσμούς της κοινότητας και επιστρέφει στους ανθρώπους ως κοινό γεύμα, ως ευλογία, ως συνέχεια της ζωής.

       Σήμερα, όμως, η κρατική μηχανή επιβάλλει έναν θάνατο που στερείται κάθε ιερότητας. Η μαζική θανάτωση δεν είναι ιερή θυσία, παρά μια βίαιη εξάλειψη του «μιάσματος». Τα κοπάδια εξολοθρεύονται στο όνομα της υγειονομικής προστασίας και της σταθερότητας της αγοράς, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι διεθνείς εμπορικές πιέσεις συχνά καθορίζουν τον ρυθμό και την ένταση των αποφάσεων. Είναι ένας θάνατος ψυχρός, γραφειοκρατικός, σχεδόν εργαστηριακός. Αυτή η μετάβαση από το ιερό στο μιαρό είναι που συνθλίβει τον ψυχισμό του κτηνοτρόφου. Για τον άνθρωπο της υπαίθρου, το να βλέπει το κοπάδι του να θάβεται με μπουλντόζες δεν είναι μόνο οικονομική καταστροφή αλλά μια ύβρις. Η θανάτωση αυτή δεν γίνεται για την ψυχή του ανθρώπου, αλλά για την επιβίωση ενός συστήματος που σε κρίσιμες στιγμές αντιμετωπίζει το ζωντανό πλάσμα ως διαχειρίσιμο μέγεθος.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

       Όμως, ας μην γελιόμαστε, αυτή η «απρόβλεπτη» καταστροφή δεν προέκυψε ξαφνικά από το πουθενά, αντιθέτως ήρθε σε μια στιγμή απολύτως φυσικά,  αναδεικνύοντας χρόνιες αδυναμίες και ελλείψεις που είχαν διαμορφώσει ένα ήδη εύθραυστο πλαίσιο. Είναι λογικό, να υπάρχει σήμερα αυτή η κατάσταση, διότι όταν αφήνεις ένα νησί με 470.000 ζώα, στα χέρια μόλις λίγων κτηνιάτρων μετρημένων στα δάχτυλα, αυτό που κάνεις δεν είναι διαχείριση αλλά τζόγος με τη ζωή των άλλων. Όταν δεν ακούς τις φωνές των κτηνοτρόφων που ζητούν προστασία πριν η υγειονομική κρίση από απέναντι περάσει τα σύνορα και έρθει σε αυτούς, αυτό που κάνεις είναι να παίζεις με τη φωτιά στην πλάτη τους. Όλο αυτό βεβαίως είναι, ακόμη, μια μορφή συμβολικής βίας, καθώς η εξουσία απαιτεί «βιοασφάλεια» από τον παραγωγό, αλλά ΤΟΥ ΣΤΕΡΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΤΥΧΕΙ. Τον αφήνει γυμνό απέναντι στον ιό και μετά του κουνάει το δάχτυλο με εγκυκλίους και του μιλάει, όπως τότε με τον Covid, όπως έχει συνηθίσει, άλλωστε, να κάνει σε κάθε καταστροφή και σε κάθε εγκληματική κρατική αμέλεια, επικαλούμενη την ατομική ευθύνη.

      Και εδώ έρχεται η σκληρή, υλική αλήθεια. Για τον κτηνοτρόφο, το κοπάδι δεν είναι απλά «στατιστική» ή «κρούσμα 22, 23, 24», αλλά το σταθερό του κεφάλαιο, η μοναδική του ιδιοκτησία, και η βάση της ύπαρξής του. Όταν το ζώο θανατώνεται, ο παραγωγός (ο πραγματικός κτηνοτρόφος και όχι εκείνος με τις Porsche, όχι ο γιαλαντζί όπως λέμε εδώ στη Λέσβο)  δεν χάνει μόνο το εισόδημά του, αλλά την ίδια του την ταυτότητα. Επιπλέον, μετατρέπεται σε έναν άνθρωπο «μετέωρο», εξαρτημένο από διαδικασίες αποζημίωσης που συχνά καθυστερούν ή παραμένουν αβέβαιες για να μπορέσει να αντέξει και να επιβιώσει ο ίδιος και η φαμίλια του. Μια αποζημίωση που, σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν στη βουλή, παραμένει στα λόγια μια ακόμη πληροφορία που κάνει το ποτήρι να ξεχειλίζει.

       Η αναμονή ωστόσο, για το αβέβαιο αύριο, για το άντε να δούμε και τι θα γίνει μετά, γεννά το συλλογικό τραύμα. Ή πιο απλά, την πληγή στη μνήμη του τόπου, έναν ακρωτηριασμό που θα μείνει χαραγμένος για γενιές. Δεν είναι μόνο το οικονομικό αδιέξοδο αυτό που κυριαρχεί, αλλά η αίσθηση ότι το νησί βιώνεται από τους κατοίκους του ως ένας τόπος που επωμίζεται δυσανάλογο βάρος, προκειμένου να διατηρηθεί η ευρύτερη ισορροπία της αγοράς στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η Λέσβος έγινε το «ταμπού» της αγοράς, ο τόπος που πρέπει να απομονωθεί για να μείνουν οι άλλοι «καθαροί».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

        Αν η πολιτεία δεν καταλάβει ότι πίσω από τα τιμολόγια του γάλακτος και τις υγειονομικές ταφές υπάρχουν ψυχές που συνθλίβονται, τότε το «κοινωνικό δράμα» θα οδηγήσει σε ένα μόνιμο σχίσμα. Η οργή που σιγοβράζει στο καφενείο δεν είναι μόνο για το χαμένο εισόδημα και τη δυσκολία  αποπληρωμής των χρεών στις τράπεζες, για τις χιλιάδες ευρώ που δαπανήθηκαν ώστε το κοπάδι να αναπαραχθεί, αλλά και για κάτι ακόμη βαθύτερο. Είναι για την απαξίωση ενός τρόπου ζωής που το κέντρο των αποφάσεων φαίνεται να αγνοεί επιδεικτικά. Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι μόνο τα εμβόλια και οι αποζημιώσεις που πρέπει να δοθούν ώστε να ζήσουν οι άνθρωποι.

         Η Λέσβος παραμένει σήμερα ένα ανοιχτό εργαστήριο αντοχής. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο αν θα εμβολιαστούν τα ζώα ή αν θα εκταμιευθούν τα κονδύλια, αλλά, σε τελική ανάλυση, αν θα επιτραπεί σε μια ολόκληρη κοινότητα να διατηρήσει το δικαίωμα στο μέλλον της, ορθώνοντας ανάστημα απέναντι στην ερημοποίηση της υπαίθρου. Όταν η εξουσία περιορίζεται στις εγκυκλίους και η οικονομία στα τιμολόγια, παραβλέποντας την ανθρώπινη διάσταση της εργασίας για χάρη των δεικτών και των όγκων παραγωγής, τότε το κενό που δημιουργείται γεμίζει αναπόφευκτα με την πικρία της εγκατάλειψης.

       Αυτή η πικρία, όμως, δεν πηγάζει μόνο από την τρέχουσα κρίση, αλλά από τη διάχυτη αίσθηση ότι το τραύμα της Λέσβου αποτελεί το προοίμιο μιας βίαιης ανατροπής του παραγωγικού μοντέλου. Μετά από όλα αυτά που συμβαίνουν στον αγροτικό τομέα είναι εύλογο να αναρωτιόμαστε αν τελικά βρισκόμαστε στην «οριακή φάση» μιας ιστορικής μετάβασης, όπου η παραδοσιακή, ανθρώπινη παραγωγή σκόπιμα αφήνεται στην τύχη της, την ίδια στιγμή που η η παγκόσμια αγορά φαίνεται να μετατοπίζεται προς πιο εκβιομηχανισμένα και τεχνολογικά εντατικά μοντέλα παραγωγής, μέσα στα οποία ο μικρός κτηνοτρόφος της Λέσβου δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να βρει βιώσιμη θέση. Επιπλέον, η οργή δυναμώνει όταν οι κτηνοτρόφοι συνειδητοποιούν πως, την ώρα που το δικό τους βιός σβήνει, τα βουνά τους μπαίνουν στο στόχαστρο μιας άλλης «ανάπτυξης». «Μπαταρία της Ευρώπης θέλουν να κάνουν τα βουνά μας», λένε πολλοί με πίκρα, βλέποντας τα βοσκοτόπια που θρέψαν γενιές και γενιές να προορίζονται για σιδερένια δάση ανεμογεννητριών. Είναι η απόλυτη απαξίωση, το ζωντανό κύτταρο της παραγωγής να θεωρείται εμπόδιο και η γη του νησιού να λογίζεται απλώς ως οικόπεδο για ενεργειακά πάρκα, μακριά από τις ανάγκες εκείνων που την πονάνε. Σε αυτό το νέο τεχνοκρατικό παράδειγμα, όπου η απόδοση μετριέται αποκλειστικά με αλγόριθμους και οικονομίες κλίμακας, οι άνθρωποι του νησιού μας δεν λογίζονται ως παραγωγοί, αλλά ως «μη επιλέξιμα» κατάλοιπα ενός παρελθόντος που ίσως πρέπει να παραμεριστεί.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

      Η κάθαρση, λοιπόν, σε αυτό το σύγχρονο δράμα δεν θα έρθει από την απλή εκρίζωση της νόσου, αλλά από την ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ότι ο κτηνοτρόφος της ακριτικής Ελλάδας δεν είναι ένα αναλώσιμο εξάρτημα της αγοράς, αλλά ο ζωντανός ιστός που κρατά τον τόπο όρθιο. Αυτή η αναγνώριση, ωστόσο, δεν αποτελεί μια παραχώρηση που οφείλουμε να αναμένουμε παθητικά, αλλά μια αλήθεια που πηγάζει από τα σπλάχνα της ίδιας της υπαίθρου. Γιατί, μέσα σε αυτή τη συνθήκη που μοιάζει να συνθλίβει κάθε δυνατότητα αντίδρασης, η ιστορία μας υπενθυμίζει ότι οι κοινότητες δεν επιβίωσαν ποτέ περιμένοντας τη σωτηρία απ’ έξω, οι αγώνες κερδίζονται πάντα όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι που πλήττονται αποφασίζουν να ορθώσουν ανάστημα, επιστρατεύοντας τα δικά τους όπλα, τη συλλογική μνήμη, την αλληλεγγύη και τη βαθιά γνώση της γης τους. Την σωτηρία τους την οικοδόμησαν αργά και επίπονα, από μέσα, μετατρέποντας την ανάγκη σε αδιάρρηκτους δεσμούς αλληλεξάρτησης και την εμπειρία σε πράξη επιβίωσης. Είναι αυτή ακριβώς η εσωτερική δύναμη που μπορεί να αποτρέψει τη μετατροπή της Λέσβου σε μια έρημη ζώνη επιτήρησης. Μόνο αν η ηθική δικαίωση συναντηθεί με την ιστορική εμπειρία της αυτοοργάνωσης, θα μπορέσει ο τόπος να σταθεί όρθιος εκεί που όλα γύρω του μοιάζουν να καταρρέουν.

     Στη Λέσβο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο διοικητική, ούτε αποκλειστικά οικονομική. Οι αποζημιώσεις και οι εμβολιασμοί είναι αναγκαία αναχώματα, αλλά δεν αρκούν για να σταματήσουν την ερήμωση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι να σπάσει η απομόνωση του παραγωγού, που σήμερα αντιμετωπίζεται από το κράτος ως μια αναλώσιμη μονάδα διαχείρισης ή ένας απλός κωδικός στα μητρώα των επιδοτήσεων. Η ουσιαστική ανασυγκρότηση ξεκινά εκεί όπου η ατομική απόγνωση συναντά τη συλλογική ευθύνη, στον ζωντανό συνεταιρισμό και στις τοπικές δομές αλληλεγγύης. Εκεί, ο κτηνοτρόφος παύει να είναι θεατής των εξελίξεων και γίνεται ξανά πρωταγωνιστής. Δεν περιμένει λύσεις από τα γραφεία της Αθήνας, αλλά οικοδομεί μια κοινότητα ικανή να διεκδικήσει την τιμή του προϊόντος του, να θωρακίσει την υγεία του κοπαδιού του και να επιβάλλει τους όρους της επιβίωσής του. Είναι αυτή η αυτοοργάνωση που μετατρέπει τον πληττόμενο σε αγωνιστή, εξασφαλίζοντας ότι το μέλλον της Λέσβου θα οριστεί από τους ανθρώπους που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους και όχι από εκείνους που τη βλέπουν ως μια απομακρυσμένη ζώνη επιτήρησης.

      Ίσως, λοιπόν, η πιο κρίσιμη μετατόπιση να μην αφορά μόνο τη σχέση ανθρώπου–ζώου ή κράτους–αγοράς, αλλά τη σχέση ανθρώπου–ανθρώπου. Στην επανενεργοποίηση μορφών συλλογικότητας που δεν είναι απλώς συνδικαλιστικές δομές, αλλά δίκτυα αλληλοστήριξης και κοινής ευθύνης. Είναι η στιγμή που το «ό,τι κάνουμε, το κάνουμε μόνοι μας» γίνεται αφετηρία δύναμης. Εκεί όπου η φροντίδα του κοπαδιού του άλλου δεν αποτελεί παρέμβαση, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης όλων. Ταυτόχρονα, η ίδια η έννοια της βιοασφάλειας χρειάζεται να αποσπαστεί από τη στενή της γραφειοκρατική χρήση και να μεταφραστεί σε καθημερινή ρουτίνα. Δεν είναι πλέον μια μακρινή οδηγία σε ένα έγγραφο, αλλά η έμπρακτη οχύρωση του τόπου, όπως τη βλέπουμε σήμερα για παράδειγμα στην Άγρα, όπου οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι δημιούργησαν τάφρους απολύμανσης σε κάθε είσοδο του χωριού τους. Όχι σαν μια υποχρέωση που επιβάλλεται από κάποια έδρα λήψεις αποφάσεων, αλλά ως ευθύνη που μοιράζονται όλοι η οποία παράγεται και αναπαράγεται μέσα από την εμπειρία.

    Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και οι μικρές, σχεδόν αόρατες οικονομικές πρακτικές, οι άμεσες ανταλλαγές, οι τοπικές διακινήσεις, οι άτυπες μορφές αγοράς, αποκτούν ξανά μια βαθιά πολιτική και επιβιωτική σημασία. Δεν πρόκειται για οπισθοδρόμηση, αλλά για την ενεργοποίηση ενός παράλληλου δικτύου ασφαλείας. Όταν οι επίσημες αγορές παγώνουν και οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί δυσλειτουργούν, η κοινότητα επιστρατεύει την οικονομία της εμπιστοσύνης, το «τεφτέρι» που επιτρέπει στον κτηνοτρόφο να προμηθευτεί ζωοτροφές με πίστωση λόγου, την ανταλλαγή προϊόντων που μετατρέπει το πλεόνασμα του ενός σε επιβίωση του άλλου, και τη συνειδητή προτίμηση του γείτονα-παραγωγού. Αυτές οι πρακτικές δεν λειτουργούν ως απλά υποκατάστατα της επίσημης οικονομίας, αλλά ως συμπληρωματικοί μηχανισμοί ανθεκτικότητας. Είναι τα «αμορτισέρ» που επιτρέπουν στις ακριτικές κοινωνίες να απορροφούν τους βίαιους κραδασμούς των κρίσεων χωρίς να διαλύονται. Εκεί που η απρόσωπη αγορά βλέπει «μηδενική ρευστότητα», η κοινότητα αναγνωρίζει κοινωνικό κεφάλαιο, μια ζωντανή σχέση αλληλεξάρτησης που ιστορικά επέτρεψε στον τόπο να παραμείνει όρθιος, ακόμη και όταν οι επίσημες δομές γύρω του κατέρρεαν.

      Έτσι, η Λέσβος σήμερα δεν είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη που πλήττεται από μια νόσο, ούτε ένα πεδίο διαχείρισης για τους ειδικούς, αλλά ο τόπος όπου δοκιμάζεται η ίδια η ψυχή του ανθρώπου. Είναι η στιγμή που ο κτηνοτρόφος, παρά την κούραση και τον φόβο που φωλιάζει στο βλέμμα του, αποφασίζει να μετατρέψει την απώλεια σε πείσμα και τη μοναξιά σε συντροφικότητα. Γιατί, στην τελική το αληθινό ερώτημα δεν είναι αν θα συμφωνήσουν οι δείκτες και οι αποζημιώσεις, αλλά ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα, αν θα καταφέρει ο άνθρωπος της υπαίθρου να κρατήσει ψηλά το κεφάλι, εκεί που οι συνθήκες και η κρατική αδιαφορία προσπαθούν να τον κάνουν να σκύψει. Η λύση δεν βρίσκεται στην αναμονή μιας σωτηρίας που ίσως αργήσει, αλλά στη δύναμη που έχει ο ένας να στηρίξει τον ώμο του άλλου.

    Αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην προσαρμογή και την αξιοπρέπεια είναι που θα κρατήσει τα χωριά ζωντανά. Είναι η απόφαση να μην γίνεις νούμερο σε ένα αρχείο, αλλά να παραμείνεις ο νοικοκύρης που ορίζει το βιος του και που να ξέρει να στέκεται όρθιος όταν όλα γύρω του λυγίζουν. Και η κάθαρση θα έρθει όταν το «εγώ» της απόγνωσης γίνει το «εμείς» της ελπίδας. Μόνο τότε το μέλλον δεν θα είναι κάτι που απλά συμβαίνει, αλλά κάτι που χτίζεται ξανά με τα ίδια μας τα χέρια, πιο γερά και πιο ενωμένα από ποτέ.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ζωές και αριθμοί

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ
Ζωές και αριθμοί
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

«Τάματα» ένα εξαιρετικό βιβλίο με επτανησιακό άρωμα

Γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΠΑΜΠΑΝΕΒΑΣ για το βιβλίο της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου
«Τάματα» ένα εξαιρετικό βιβλίο με επτανησιακό άρωμα
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Δεν βρέχει, μας φτύνουν...

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ειρήνης Λέσβου
Δεν βρέχει, μας φτύνουν...
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Γυναίκες και άμβλωση

Ένα θεμελιώδες και αδιαμφισβήτητο ατομικό δικαίωμα -Γράφει η δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω ΡΑΛΛΟΥ ΙΓΝ.ΤΣΑΚΑΡΕΛΛΟΥ
Γυναίκες και άμβλωση
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Γέφυρες μνήμης και ειρήνης από τη Μυτιλήνη και τη «Συνύπαρξη»

Ο Πάρης Βουνατσής για τη νέα θητεία, τη μεγάλη έκθεση για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, την οργάνωση συζήτησης για την Κύπρο και το νέο φεστιβάλ Ειρήνης
Γέφυρες μνήμης και ειρήνης από τη Μυτιλήνη και τη «Συνύπαρξη»
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ας μην σουβλίσουμε… γάμπαρη λόγω αφθώδους

Γράφει η ΜΑΡΙΝΑ ΠΟΛΛΑΤΟΥ
Ας μην σουβλίσουμε… γάμπαρη λόγω αφθώδους
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ασπρες μπλούζες

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ
Ασπρες μπλούζες
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ο πρωτογενής τομέας το όχημα για μια νέα, παραγωγική Ελλάδα

Γράφει ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΠΤΕΡΟΣ Λέσβιος φοιτητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο πρωτογενής τομέας το όχημα για μια νέα, παραγωγική Ελλάδα
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

«Και όποιος δεν καταλαβαίνει...»

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ
«Και όποιος δεν καταλαβαίνει...»