
«Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά». (Οδυσσέας Ελύτης, «Τα μικρά Έψιλον», από τη συλλογή «Εν λευκώ»)
Ο «Μικρός Ναυτίλος» (1970-1974) είναι μια πολυδιάστατη σύνθεση που συνδυάζει ποιήματα σε ελεύθερη φόρμα με πεζούς στοχασμούς σε πρώτο πρόσωπο. Ο τίτλος παραπέμπει σε ταξίδι αυτογνωσίας και γνώσης. Ο ήρωας εμφανίζεται απογοητευμένος από την κατάσταση στη χώρα του και τον κόσμο. Ο «χρυσός αέρας της ζωής» -φράση δανεισμένη από τον Σολωμό - σταματά έξω από τα λιμάνια. Το κάλεσμα της φύσης για ζωή και ευδαιμονία δεν βρίσκει απήχηση:
ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ είναι παρά μια λάμψη πίσω απ' τα βουνά - κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός που άξαφνα σταματάει όξω απ' τα λιμάνια. Και όσοι νογούν, το μάτι τους βουρκώνει. Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, αποφασίζει ένα «ταξίδι» στο βάθος των πραγμάτων:
Είπα Θα φύγω. Τώρα. Μ' ό,τι να 'ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο, στην τσέπη μου έναν Οδηγό, τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο.
Το ιστορικό φόντο ανασυγκροτείται στην ενότητα «Προβολέας», όπου φωτίζονται μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας - από την αρχαιότητα ως τη δικτατορία του 1967: ίντριγκες, δωροδοκίες, δολοφονίες των άξιων, πολιτικά πραξικοπήματα. Τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Σκηνή πέμπτη: Στο φτωχό του στρώμα της φυλακής, ο Σωκράτης, μετά την καταδίκη του σε θάνατο, πίνει το κώνειο ήρεμος και ξεψυχάει.
Σκηνή τρίτη: Με καταδίκη σε θάνατο ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Σκηνή έβδομη: Κτίσματα χαμηλά του ΕΑΤ/ΕΣΑ. Στο προαύλιο, μεθυσμένοι οπλίτες. Αγριοφωνάρες κι αισχρές χειρονομίες. Ο αξιωματικός που βγαίνει από κάποιο κελί κάτι λέει στον στρατιωτικό ιατρό. Πίσω τους ακούγονται γδούποι και οιμωγές.
Το ταξίδι στην ελληνική ιστορία γεμίζει θλίψη τον ποιητή. Δεν είναι αυτή η Ελλάδα που ονειρεύεται. Γι' αυτό, στο επίπεδο του φαντασιακού, δημιουργεί μιαν άλλη, μυστική Ελλάδα:
ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που 'βγαίνε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα και αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω (...) Μα 'ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος, ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.
Ανάμεσα στα πολλαπλά κακώς κείμενα, ο ποιητής αναζητά ίχνη αθωότητας σε νύξεις, σε μικρά δειλά φανερώματα, σε απλές πράξεις. Πιστεύει ότι η μόνη ελπίδα αλλαγής είναι η αγάπη και η καλοσύνη:
Ζητούσα να ψαύσω την ύλη των αισθημάτων. Ν' αποκαταστήσω, από τις νύξεις που έβρισκα διάσπαρτες μέσα στον κόσμο αυτόν, μιαν αθωότητα τόσο ισχυρή που να ξεπλένει τα αίματα - το άδικο - και να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μου αρέσουν.
Κάποια στιγμή απευθύνεται στην πολυαγαπημένη, πολύπικρη γυναίκα, καλώντας την σε ένα χαμόγελο υπέρβασης -μια νίκη πάνω από όλες τις θλίψεις:
Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!
Με ιδιαίτερη αγάπη απευθύνεται και στους νέους, παροτρύνοντάς τους να απελευθερωθούν από ασφυκτικούς κανόνες και ξεπερασμένες αντιλήψεις και «με λογισμό και μ' όνειρο» να συμβάλλουν στον εξανθρωπισμό της ζωής:
Εμπρός λοιπόν από σένα η Άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή. Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.
Ο «Μικρός Ναυτίλος», γραμμένος στα χρόνια της δικτατορίας (1967-1974) και εκδοθείς αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, παραμένει ένα από τα πιο ειλικρινή και τολμηρά ποιητικά ντοκουμέντα της εποχής του - μαρτυρία του αδιάλλακτου της ψυχής απέναντι στην αδικία, την ανελευθερία ,τη φθορά.