
Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις της κ. Μαρίας Καρυστιανού, η οποίαυποστήριξε ότιτο επιτρεπτό ή μη του– ήδη θεσμοθετημένουαπό έτους 1986–δικαιώματοςτων γυναικών στην άμβλωση, θα έπρεπε να αποτελεί ζήτημα δημόσιας διαβούλευσης, άνοιξεμίαπαρωχημένη συζήτηση για το ζήτημα αυτό.
Κατ’ αρχάς, σε επίπεδο ισχύοντος νομικού πλαισίου, με το νόμο 1609/1986,στην Ελλάδα η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που διενεργείται με τη συναίνεση της εγκύου, από γιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε οργανωμένη δομή υγείας, δεν αποτελεί άδικη πράξη, εάν συντρέχει μία από τις κάτωθι προϋποθέσεις:
α) Δεν έχουν συμπληρωθεί 12 εβδομάδες εγκυμοσύνης.
β) Έχουν διαπιστωθεί με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσηςενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει διάρκεια περισσότερο από 24 εβδομάδες.
γ) Υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της.
δ) Η εγκυμοσύνη είναιαποτέλεσμαβιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί και εφόσον δενέχουν συμπληρωθεί 19 εβδομάδες εγκυμοσύνης.
Εάν η έγκυος είναι ανήλικη, απαιτείται και η συναίνεση ενός απ’ τους γονείς της ή αυτού που έχει την επιμέλειά της.
Περαιτέρω, υπό το πρίσμα του Συνταγματικού Δικαίου, η κατοχύρωση της αναπαραγωγικής ελευθερίαςαποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της υποχρέωσης της Πολιτείας περί σεβασμού της αξίας και της προσωπικότητας του ατόμου, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2§ 1 του Συντάγματος.
Ο νομοθέτης λοιπόν,ανταποκρινόμενος στις σύγχρονες αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και σεβόμενος το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής της, επέλεξε να της παράσχει το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για τηδιακοπή ή μη της εγκυμοσύνης της. Το δε δικαίωμά της αυτό δεν μπορεί στις μέρες μας να τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αλλοίμονο, αν καταλήξουμε ως κοινωνία,40 χρόνια μετά, να θέτουμε υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα μιας γυναίκας να επιλέξει η ίδια αν θα γίνει μητέρα ή όχι.