
«Γυμνοί, απέλπιδες, φέροντες τα ράκη της καταστροφής εσπάρησαν ανά πάσαν γωνίαν της ελληνικής γης».«Ό,τι γράφει ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης προέρχεται από καθαρά δική του έρευνα και είναι αποτέλεσμα του προσωπικού του μόχθου. Φέρει τη δική του χαρακτηριστική σφραγίδα στον τρόπο γραφής και ανάλυσης και είναι σχεδόν πάντοτε απόλυτα τεκμηριωμένο».(Στρατής Αναγνώστου, «Αιολικά Γράμματα», Γενάρης 2003)
Ο αείμνηστος διακεκριμένος φιλόλογος και πρωτοπόρος ιστορικός Παναγιώτης Στ. Παρασκευαΐδης, με χρόνο και μόχθο, άνοιξε -μέσα από δύσβατα μονοπάτια-πλατιούς δρόμους στην ιστορική έρευνα. Φώτισε άγνωστες πτυχές πολλών περιόδων της λεσβιακής ιστορίας.
Με το εμβληματικό δίτομο έργο του για την προσφυγιά του πρώτου και του δεύτερου διωγμού στη Λέσβο -καρπό βαθιάς μελέτης, πολύχρονης πειθαρχημένης εργασίας και νηφάλιου στοχασμού- ανέδειξε με πρωτόγνωρο και σπάνιο υλικό όλες τις διαστάσεις του προσφυγικού δράματος.
Μέσα από επίπονη έρευνα σε πρωτογενείς πηγές —από τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών έως τις τοπικές εφημερίδες «Σάλπιγξ», «Ελεύθερος Λόγος» και την «Καμπάνα» του Μυριβήλη— συνέθεσε μια εντυπωσιακή, σε μέγεθος και βάθος, τοιχογραφία οδύνης αλλά και θριάμβου της ανθρώπινης θέλησης.
Τη συγκλονιστική εικόνα της άφιξης των προσφύγων αποτυπώνει παραστατικά η περιγραφή του Αμερικανού διπλωμάτη και προέδρου της ΕΑΠ (Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων) Μοργκεντάου, την οποία ενσωματώνει ο συγγραφέας:«Είδα σε πλοίο χωρητικότητας 2.000 επιβατών να στοιβάζονται 7.000 πρόσφυγες, χωρίς φαγητό και νερό, μαστιζόμενοι από τύφο, ευλογιά και ψείρες. Μέσα στο πλοίο γεννιούνταν παιδιά. Μερικοί αυτοκτονούσαν πέφτοντας στη θάλασσα.
Αποβιβάζονταν και έμεναν στις προκυμαίες κάτω από τον ουρανό, πυρετικοί, χωρίς σκεπάσματα, ρούχα, τροφή ή χρήματα. Θρηνούσαν χαμένους συγγενείς. Οι τέσσερις Ιππότες της Αποκάλυψης —ο Πόλεμος, η Πείνα, ο Λοιμός και ο Θάνατος— ήταν εδώ».Η μαρτυρία ενός πρόσφυγα συμπυκνώνει τη δραματική κατάσταση αλλά και την ανθεκτικότητα αυτών των ανθρώπων:
«Τριφτήκαμε κι εμείς. Παρά λίγο να τριφτεί κι η ψυχή μας», λέει.
«Δεν συνηθίσαμε μήτε να φωνάζουμε μήτε να απαιτούμε, αλλά να μείνουμε στη ζωή δια της εργασίας. Υποφέραμε τα πάνδεινα…».
Σχολιάζει ο συγγραφέας:«Ο πρόσφυγας κρατά την περηφάνια του, φορέας ενός πολιτισμού που δεν καταφεύγει στις κλάψες και τα παράπονα όταν περνά δοκιμασία».Η αφήγηση των γεγονότων εμπλουτίζεται συχνά με περιστατικά της καθημερινότητας. Για τον συγγραφέα ιστορία δεν είναι μόνο τα επίσημα έγγραφα και τα μεγάλα γεγονότα, αλλά και μικρές ανθρώπινες καθημερινές στιγμές.
Έτσι, περιγράφεται το «ευαίσθητο τσομπανόπουλο» που έκλαιγε για την προβατίνα που του άρπαξαν πεινασμένοι στρατιώτες, παρακαλώντας τους μάταια να τη λυπηθούν.
Με λυγμούς έλεγε μετά:«Ας την έπαιρναν, μα ας την άφηναν να ζήσει».
(«Ελεύθερος Λόγος», 5-9-1922).Ο συγγραφέας αντλεί επίσης από τη φιλολογική του παιδεία. Επιστρατεύει, για παράδειγμα, τον ομηρικό στίχο «Μολπή τε ορχηστύς μέμηλεν αυτοίς» (τραγούδι και χορός τούς ένοιαζε).«Η ψυχαγωγία ήταν φάρμακο για τα φαρμάκια των προσφύγων», σημειώνει στο κεφάλαιο «Γελάει και η θλιμμένη ζωή» (Β΄ τόμος).
Σε ανάλογο κεφάλαιο του πρώτου τόμου παραθέτει τους ωραίους στίχους του αείμνηστου Λέσβιου ποιητή Αργύρη Αραβανόπουλου:Όπου ’χει ντέρτι και καημό
και θέλει να βρει αναπαμό,τραγούδι ο πόνος του ας γενεί κι ας λουλουδίσει.
Τα κλάματα κι οι στεναγμοί τρών την καρδιά και το κορμί. Μάτια θολά βλέπουν θολή
κι όλη την κτίση.