
Οι γιορτινές ημέρες κύλησαν, όπως κάθε χρόνο, με οικογενειακά τραπέζια, επισκέψεις σε φίλους και περιπάτους στους δρόμους και τις πλατείες των χωριών μας. Αυτή τη φορά, όμως, το βλέμμα δεν μπορούσε παρά να σταθεί στον εντυπωσιακό – και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικό – χριστουγεννιάτικο στολισμό. Έναν στολισμό πλούσιο, λαμπερό και γενναιόδωρο, τόσο γενναιόδωρο όσο και η χρήση του δημόσιου χρήματος που τον χρηματοδότησε.
Ομολογουμένως, η εικόνα ήταν εντυπωσιακή. Σε κάποια σημεία μάλιστα τόσο φορτωμένη, που η αισθητική άγγιζε τα όρια του κιτς. Όλα όμως έγιναν, υποτίθεται, στο όνομα της «αρχοντιάς» και της «ανάδειξης» των χωριών μας. Μια αρχοντιά που, ως γνωστόν, γίνεται ευκολότερη όταν δεν πληρώνεται από την προσωπική τσέπη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το συνολικό κόστος του στολισμού άγγιξε τις 180.000 ευρώ.
Ένα ποσό που παρουσιάστηκε περίπου ως αυτονόητο. Θα μπορούσε, άλλωστε, να ήταν και μεγαλύτερο. Αν το δει κανείς αναλογικά, μιλάμε για χιλιάδες ευρώ ανά δημότη — χρήματα που ξοδεύτηκαν με την άνεση που προσφέρει πάντα το δημόσιο ταμείο.
Ως άνθρωπος της εκπαίδευσης, δεν μπορώ να μη σταθώ σε ορισμένους απλούς, ίσως και ενοχλητικούς, συλλογισμούς. Για να αγοραστούν και να τοποθετηθούν όλα αυτά τα λαμπιόνια, θααπαιτούσε 50.000 κιλά ελαιόλαδο αν μιλούσαμε με όρους παραγωγής. Ή, σε πιο πρακτική βάση,500 μόδια ή 1500 μεροκάματα. Αν μέρος αυτών των χρημάτων δινόταν σε άλλους ποιο φιλανθρωπικούς σκοπούς ή κάτι ποιο ουσιαστικό, νομίζω οι αντιδράσεις της κοινωνίας δεν θα ήταν τόσο ειρωνικές . Αλλά προφανώς ο στολισμός αποδίδει πιο γρήγορα πολιτικούς πόντους.
Ας είμαστε ξεκάθαροι: ο στολισμός των δημόσιων χώρων είναι θεμιτός. Οι γιορτές έχουν ανάγκη από φως και αισιοδοξία. Όμως άλλο ο στολισμός και άλλο η επίδειξη. Κανένα νοικοκυριό δεν δαπανά ανάλογα με τα δαπανηθέντα ευρώ για να στολίσει το σπίτι του — εκτός αν δεν πληρώνει το ίδιο τον λογαριασμό.
Κάποιοι θα πουν: «Αφού υπάρχουν χρήματα, γιατί να μη δοθούν;». Η απάντηση είναι απλή και ίσως ενοχλητική: επειδή ακριβώς είναι δημόσια. Ο ρόλος των αιρετών δεν είναι να τα ξοδεύουν για να φαίνονται, αλλά να τα διαχειρίζονται με φειδώ και ευθύνη. Το έχουμε πληρώσει ακριβά στο παρελθόν με το “λεφτά υπάρχουν” και γνωρίζουμε πού οδήγησε.
Τότε είπαμε «μαζί τα φάγαμε». Σήμερα, κινδυνεύουμε να πούμε «μαζί τα σκορπίσαμε».
Και τελικά τίθεται ένα απλό ερώτημα: υπάρχει άραγε κάποιος από όσους πήραν την απόφαση που θα ξόδευε ένα ανάλογο ποσό για τον στολισμό του σπιτιού του; Αν όχι, γιατί θεώρησε σωστό να το κάνει για λογαριασμό όλων μας;
Ίσως, τελικά, αυτό που λείπει δεν είναι τα χρήματα. Είναι το μέτρο. Και κυρίως, η κοινή λογική στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.