
Στη Μυτιλήνη βρέθηκε τη Δευτέρα 20 Απριλίου η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς Πέτη Πέρκα, στο πλαίσιο της διήμερης περιοδείας της στη Λέσβο, σε μια περίοδο όπου ο αφθώδης πυρετός δοκιμάζει σκληρά τον πρωτογενή τομέα και συνολικά την τοπική οικονομία. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της πραγματοποίησε σειρά επαφών με κτηνοτρόφους και παραγωγικούς φορείς, ενώ αργά το μεσημέρι παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στα τοπικά μέσα ενημέρωσης.
Από την αρχή της τοποθέτησής της έκανε λόγο για μια βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση, η οποία, όπως σημείωσε, ξεκινά από την κτηνοτροφία αλλά δεν περιορίζεται σε αυτή, καθώς επηρεάζει ήδη ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής δομής της Λέσβου. Περιέγραψε την κατάσταση που διαμορφώνεται στο νησί ως ασφυκτική, υπογραμμίζοντας ότι οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι βλέπουν την παραγωγή τους να καταστρέφεται και τα εισοδήματά τους να καταρρέουν.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην εμπειρία της από τις επιτόπιες συναντήσεις με τους παραγωγούς, σημειώνοντας ότι η εικόνα που αντίκρισε είναι ιδιαίτερα σκληρή. Όπως είπε, η κτηνοτροφία αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας του νησιού και η κατάρρευσή της συμπαρασύρει αναπόφευκτα και άλλους κλάδους, δημιουργώντας μια αλυσίδα επιπτώσεων σε όλη την οικονομία.
Στρέφοντας τα πυρά της προς την κυβέρνηση, η κ. Πέρκα υποστήριξε ότι η Λέσβος βρέθηκε απροετοίμαστη απέναντι στον αφθώδη πυρετό, παρά τις προειδοποιήσεις για την ευαλωτότητα των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Τόνισε ότι δεν ελήφθησαν έγκαιρα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα, ενώ ακόμη και τα μέτρα βιοασφάλειας εφαρμόστηκαν καθυστερημένα, συμβάλλοντας, όπως είπε, στην εξάπλωση της νόσου.
Αναφερόμενη στα μέτρα που ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, σημείωσε ότι παραμένουν γενικόλογα και χωρίς σαφή εφαρμογή. Επισήμανε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ούτε ξεκάθαρη εικόνα για τους πόρους και τα χρηματοδοτικά εργαλεία, γεγονός που εντείνει το έλλειμμα εμπιστοσύνης των παραγωγών προς την πολιτεία.
Στάθηκε επίσης στην απουσία ολοκληρωμένης επιδημιολογικής εικόνας, επισημαίνοντας ότι ένα μικρό μόνο ποσοστό των κτηνοτροφικών μονάδων έχει ελεγχθεί μέχρι σήμερα, ενώ παράλληλα ανέδειξε τις ελλείψεις σε κτηνιατρικό προσωπικό και υποδομές. Όπως τόνισε, χωρίς αξιόπιστα δεδομένα δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικός σχεδιασμός.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις ευρύτερες επιπτώσεις της κρίσης, τονίζοντας ότι επηρεάζεται συνολικά η παραγωγική αλυσίδα, από τη διαχείριση του γάλακτος έως τη μεταποίηση, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι κτηνοτρόφοι.
«Καμία ουσιαστική απάντηση και κανένα ολοκληρωμένο σχέδιο μέχρι σήμερα»
Στη συνέχεια τον λόγο πήρε το μέλος του Αγροτικού Γραφείου της Νέας Αριστεράς Στρατής Νικολάου, ο οποίος αναφέρθηκε στις κοινοβουλευτικές και πολιτικές παρεμβάσεις του κόμματος για το ζήτημα.
Όπως ανέφερε, όλο το προηγούμενο διάστημα η Νέα Αριστερά έχει καταθέσει ερωτήσεις και παρεμβάσεις στη Βουλή, μεταφέροντας τα αιτήματα των κτηνοτρόφων, ενώ ακόμη και την ημέρα της συνέντευξης κατατέθηκε νέα ερώτηση σχετικά με την ανάγκη άμεσης ενίσχυσης των κτηνιατρικών υπηρεσιών με προσωπικό.
Υποστήριξε ότι από την πρώτη στιγμή ζητήθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης της επιζωοτίας και μια πλήρης επιδημιολογική έρευνα, τα οποία, όπως είπε, δεν έχουν υλοποιηθεί ούτε 40 ημέρες μετά την εμφάνιση της νόσου. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη ύπαρξης ενός σχεδίου που να διασφαλίζει τη συνέχεια της παραγωγικής διαδικασίας από το γάλα έως τα τυροκομικά προϊόντα, επισημαίνοντας ότι η διακοπή σε έναν κρίκο της αλυσίδας επηρεάζει συνολικά τον κλάδο.
Ο ίδιος περιέγραψε τον αγροτικό τομέα ως έναν κλάδο που βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλαπλές κρίσεις τα τελευταία χρόνια, από την πανδημία και την περιβαλλοντική πίεση έως την αύξηση του κόστους παραγωγής και τις επιζωοτίες. Όπως ανέφερε, παρά τις εξαγγελίες για θωράκιση και βιωσιμότητα, δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα κανένα ουσιαστικό σχέδιο ανασυγκρότησης.
Ασκώντας κριτική στα μέτρα που ανακοινώθηκαν, υποστήριξε ότι δεν επαρκούν και δεν καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες των παραγωγών, ενώ έθεσε ζήτημα και για την εφαρμογή τους, επισημαίνοντας ότι παραμένει ασαφές πότε και με ποιον τρόπο θα δοθούν οι ενισχύσεις. Τόνισε μάλιστα ότι οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται ήδη σε οικονομική ασφυξία, καθώς καλούνται να καλύπτουν καθημερινά υψηλό κόστος εκτροφής χωρίς εισόδημα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα του εμβολιασμού, σημειώνοντας ότι δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση χωρίς πλήρη επιδημιολογική εικόνα, ενώ επανέλαβε ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την εξάπλωση του ιού στο νησί.
Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας ενός τοπικού κέντρου διαχείρισης της κρίσης με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, προκειμένου να υπάρξει συντονισμός και να αποφευχθούν οι αντιφατικές αποφάσεις που, όπως είπε, έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδα.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η σημερινή κατάσταση είναι αποτέλεσμα έλλειψης σχεδιασμού και πρόληψης, επισημαίνοντας την ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό πλαίσιο αντιμετώπισης των επιζωοτιών, που θα μπορεί να προστατεύσει ουσιαστικά τον πρωτογενή τομέα και την τοπική οικονομία.