
Πώς μοιάζει μια πόλη την ώρα που αντικρίζει την ελευθερία της; Στο «Τότε που ζούσαμε», ο Ασημάκης Πανσέληνος επιστρέφει στην 8η Νοεμβρίου 1912 και ζωντανεύει τη Μυτιλήνη μέσα από εικόνες που ξεπερνούν την επίσημη αφήγηση μιας ιστορικής επετείου. Είναι οι δρόμοι, οι άνθρωποι, οι παιδικές απορίες και οι μικρές πράξεις που αποτυπώνουν το μέγεθος της αλλαγής.
Με αφορμή την επέτειο της απελευθέρωσης της Μυτιλήνης, το απόσπασμα φωτίζει την ημέρα κατά την οποία η καθημερινότητα ανατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες. Από τις σιλουέτες των καραβιών που φάνηκαν ανοιχτά στο πρώτο φως μέχρι την αποχώρηση της τουρκικής φρουράς προς το εσωτερικό του νησιού, ο κόσμος που γνώριζαν οι κάτοικοι άλλαξε.
«Και δεν υπάρχει πιο συγκλονιστική αλλαγή στη ζωή, παρά του σκλάβου που γίνεται λεύτερος — την ώρα εκείνη που αντικρίζει τη λευτεριά», γράφει ο Πανσέληνος, δίνοντας τον τόνο της αφήγησής του.
Η εικόνα της Μυτιλήνης εκείνο το απόγευμα δεν έχει μόνο πανηγυρισμούς. Έχει και την αναστάτωση μιας εξουσίας που καταρρέει. Χαρτιά, ντεφτέρια και χειρόγραφα σε αραβική γραφή από τα λεηλατημένα δημόσια καταστήματα γεμίζουν τους δρόμους. Στα σοκάκια βρίσκονται σκόρπια πυρομαχικά, με τα οποία παίζουν παιδιά.
Ο συγγραφέας περιγράφει όλα αυτά ως «το υλικό μιας ιστορίας που σκόρπιζε». Μέσα σε αυτή τη σύντομη φράση χωρά η διάλυση της παλιάς τάξης, που αφήνει πίσω της αντικείμενα, έγγραφα και ανθρώπους να αναζητούν τη θέση τους στην επόμενη μέρα.
Οι φυλακές ανοίγουν και οι κρατούμενοι βγαίνουν στο φως με έναν μπόγο στον ώμο. Αναζητούν τρόπο να επιστρέψουν στα χωριά τους, αλλά, όπως αφηγείται ο Πανσέληνος, οι Τούρκοι έχουν πάρει φεύγοντας ακόμη και τον πιο ξεχαρβαλωμένο αραμπά. Έτσι, ξεκινούν με τα πόδια.
Γύρω τους ο κόσμος αλαλάζει. Η χαρά της απελευθέρωσης δίνει στον συγγραφέα την αίσθηση πως οι ίδιοι οι Μυτιληνιοί έρχονται από αλλού και κατακτούν ξανά τα σπίτια τους.
Όταν οι Έλληνες στρατιώτες βγαίνουν στους δρόμους, ο ενθουσιασμός κορυφώνεται. Μέσα στη μεγάλη αυτή στιγμή, όμως, ο Πανσέληνος κρατά χώρο και για μια μικρή, αφοπλιστική παιδική ανάμνηση: την απογοήτευσή του βλέποντας τις χακί στολές τους.
Στη δική του φαντασία, ο Έλληνας ήταν συνδεδεμένος με την εικόνα του ναύτη και το μπλε χρώμα. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί αλλιώς, παρά μόνο αν ήταν αρχαίος και φορούσε χλαμύδα.
Η λεπτομέρεια δίνει στην αφήγηση την αμεσότητα του παιδικού βλέμματος. Η Ιστορία περνά μπροστά από τα μάτια ενός παιδιού που προσπαθεί να ταιριάξει όσα βλέπει με όσα μέχρι τότε πίστευε.
Το απόσπασμα αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν ο Πανσέληνος περνά από τη συλλογική χαρά στη συμπεριφορά απέναντι στους ανθρώπους της προηγούμενης εξουσίας. Παρατηρεί πως, σχεδόν αμέσως, αρχίζει να γεννιέται μια συμπόνια για τους άλλοτε κατακτητές.
Θυμάται τον πατέρα του να αρπάζει από τον γιακά έναν Ρωμιό που επιτίθεται στον φίλο του, τον Ομέρ μπέη, έναν ηλικιωμένο Τούρκο αριστοκράτη. Η φιλία και η προστασία ενός ανθρώπου βρίσκουν τη θέση τους μέσα στην ένταση της ημέρας.
Και ύστερα θυμάται τον εαυτό του έξω από το μαγαζί του Γιουσούφ, που εξακολουθεί να σιδερώνει τα φέσια του με τον ίδιο αργό ρυθμό. Το παιδί επιχειρεί να τον περιγελάσει. Εκείνος, όμως, δεν αντιδρά με βρισιές. Τον κοιτάζει ήρεμα, σαν να αναρωτιέται πώς άλλαξε τόσο απότομα ο κόσμος.
Αυτό το βλέμμα γίνεται για τον αφηγητή ένα μάθημα που μένει: «κι από τότε δε χάραξε πια τ’ αχείλι μου σαν περνούσα».
Στην αφήγηση του Πανσέληνου, η ελευθερία αλλάζει τη ζωή και τη συνείδηση των ανθρώπων. Η χαρά της συναντά την ευθύνη απέναντι στον άλλον, ακόμη και μέσα σε μια στιγμή θριάμβου. Όπως γράφει ο ίδιος, «ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος από την ώρα που παίρνει συνείδηση της ελευθερίας του».
Το απόσπασμα από το «Τότε που ζούσαμε» του Ασημάκη Πανσέληνου συμπεριέλαβε ο Αριστείδης Καλάργαλης στο βιβλίο του «Ελευθέρια Λέσβου 1912–2012».