
Με την καταδίκη δύο από τους επτά κατηγορούμενους ολοκληρώθηκε η εκδίκαση, με τη διαδικασία του αυτοφώρου, της υπόθεσης επίθεσης με οπαδικά κίνητρα σε βάρος 25χρονου στη Μυτιλήνη. Το δικαστήριο επέβαλε ποινές φυλάκισης 16 και 14 μηνών, με αναστολή, ενώ αθώωσε τους υπόλοιπους πέντε.
Στη διάρκεια της δίκης, η υπεράσπιση αμφισβήτησε τον οπαδικό χαρακτήρα της επίθεσης, υποστηρίζοντας ότι είχε προηγηθεί προσωπική διένεξη με τον νεαρό. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό ότι το περιστατικό δεν συνδεόταν με οπαδικά κίνητρα.
Η επίθεση στον δρόμο και η μπλούζα με τα διακριτικά
Το περιστατικό σημειώθηκε τα ξημερώματα της Τρίτης 13 Οκτωβρίου, ενώ ο 25χρονος κινούνταν πεζός σε δημοτική οδό της Μυτιλήνης.
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα που είχε προηγηθεί της δίκης, επτά άνδρες, ηλικίας από 18 έως 35 ετών, φέρονταν να προσέγγισαν τον νεαρό με οχήματα και να τον ακινητοποίησαν. Δύο από αυτούς φέρονταν να του άσκησαν σωματική βία και να τον εξύβρισαν, με τη συνδρομή των υπολοίπων, επιχειρώντας παράλληλα να του αφαιρέσουν την μπλούζα που φορούσε και η οποία έφερε διακριτικά αθλητικού συλλόγου.
Αυτή ήταν η αρχική εικόνα της υπόθεσης από την αστυνομική διερεύνηση. Κατά την εκδίκασή της, ωστόσο, το δικαστήριο διαφοροποίησε την ποινική αντιμετώπιση των επτά κατηγορουμένων, κρίνοντας ενόχους τους δύο και αθωώνοντας τους άλλους πέντε.
Η μεταβολή της κατηγορίας
Οι δύο καταδικασθέντες αντιμετώπιζαν αρχικά την κατηγορία της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, η οποία μετατράπηκε σε απλή σωματική βλάβη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία για τη δικαστική απόφαση, οι ποινές που τους επιβλήθηκαν δεν θα εκτελεστούν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός περί προσωπικής διαφοράς
Οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν ότι η επίθεση είχε ως αφετηρία προσωπική διένεξη με τον 25χρονο και αρνήθηκαν ότι συνδεόταν με την αθλητική μπλούζα που φορούσε.
Το δικαστήριο δεν υιοθέτησε αυτή τη θέση ως προς την απουσία οπαδικού κινήτρου. Έτσι, η πρωτόδικη κρίση διατήρησε τον οπαδικό χαρακτήρα της επίθεσης, με την υπόθεση να παραμένει ανοιχτή ως προς την εξέτασή της σε δεύτερο βαθμό.