
Μια ανησυχητική εικόνα για την πορεία του ευρωπαϊκού τουρισμού στη Λέσβο περιέγραψε ο τουριστικός πράκτορας Λευτέρης Καραμπλιάς, μιλώντας στον 99 FM «ΣΤΟ ΝΗΣΙ». Με εμπειρία περίπου 40 χρόνων στον χώρο, εκτίμησε ότι το νησί έχει φτάσει στα όρια του σημερινού τουριστικού μοντέλου και χρειάζεται πλέον έναν διαφορετικό, επαγγελματικό σχεδιασμό.

Η τουριστική περίοδος δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς τα τελευταία τσάρτερ αναμένεται να πραγματοποιηθούν μέχρι τις 10 με 15 Οκτωβρίου. Ωστόσο, η εικόνα της σεζόν έχει ήδη διαμορφωθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Λέσβος καταγράφει μέχρι στιγμής μείωση περίπου 6,3% στις αφίξεις Ευρωπαίων επισκεπτών με πτήσεις τσάρτερ, την ώρα που οι περισσότεροι ανταγωνιστικοί προορισμοί σημειώνουν αύξηση.
Ο ίδιος είχε εκφράσει επιφυλάξεις ήδη από το τέλος της προηγούμενης σεζόν, όταν είχαν ανακοινωθεί ακυρώσεις πτήσεων από την Πολωνία και τη Δανία. Όπως ανέφερε, οι προσδοκίες για περαιτέρω αύξηση το 2026 δεν επιβεβαιώθηκαν και η χρονιά αναμένεται να κλείσει με περίπου 76.000 έως 78.000 Ευρωπαίους επισκέπτες, έναντι 82.700 το 2025.
Ο Λευτέρης Καραμπλιάς απέδωσε την υστέρηση της Λέσβου πρωτίστως στις περιορισμένες τουριστικές υποδομές. Όπως είπε, το νησί παρέμεινε για δεκαετίες στο ίδιο μοντέλο, με λίγες νέες ξενοδοχειακές μονάδες και με την πόλη της Μυτιλήνης ουσιαστικά αποκομμένη από τον οργανωμένο ευρωπαϊκό τουρισμό.
Το κύριο βάρος εξακολουθούν να σηκώνουν περιοχές όπως ο Μόλυβος, η Πέτρα, η Ερεσός και άλλα τουριστικά χωριά. Οι δυνατότητές τους, όμως, δεν είναι απεριόριστες. Ο Μόλυβος, που αποτελεί την κορυφαία περιοχή του νησιού σε ευρωπαϊκές αφίξεις, διαθέτει συγκεκριμένο αριθμό κλινών και περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Κατά τον ίδιο, ακόμη και αν προστεθούν τέσσερις ή πέντε πτήσεις, θα προκύψει ζήτημα διαθεσιμότητας καταλυμάτων και εξυπηρέτησης των επισκεπτών. «Οι υποδομές μας δεν φτάνουν», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι η Λέσβος δυσκολεύεται να δώσει στους μεγάλους tour operators τη βεβαιότητα πως μπορούν να γεμίσουν σταθερά τα αεροπλάνα τους.
Αναφέρθηκε και στη διεθνή τάση των οργανωμένων πακέτων και του all inclusive, διευκρινίζοντας ότι δεν προτείνει τη γενικευμένη υιοθέτηση αυτού του μοντέλου. Επισήμανε, ωστόσο, ότι οι ταξιδιώτες αναζητούν πλέον ασφάλεια ως προς το συνολικό κόστος των διακοπών τους και ότι η Λέσβος δεν διαθέτει αρκετές μεγάλες μονάδες που να μπορούν να λειτουργήσουν ως σταθερή βάση για τους διοργανωτές ταξιδιών.
Καθοριστικός παράγοντας είναι και η αύξηση του λειτουργικού κόστους. Ενέργεια, καύσιμα, πρώτες ύλες, μεταφορικά και φορολογία πιέζουν ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικά γραφεία.
Ο κ. Καραμπλιάς αναγνώρισε ότι οι ξενοδόχοι αναγκάζονται να ζητούν αυξήσεις στα συμβόλαια, επειδή διαφορετικά δεν μπορούν να καλύψουν τα έξοδά τους. Από την άλλη πλευρά, οι υψηλότερες τιμές δυσκολεύουν τους tour operators να δημιουργήσουν ανταγωνιστικά πακέτα για έναν προορισμό που δεν έχει ακόμη ισχυρή ζήτηση στις ευρωπαϊκές αγορές.
Τόνισε, πάντως, ότι η Λέσβος δεν συγκαταλέγεται στους ακριβότερους ελληνικούς προορισμούς. Σε σύγκριση με τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα, οι τιμές στα ξενοδοχεία και στην εστίαση παραμένουν ανταγωνιστικές, ενώ η ποιότητα των υπηρεσιών και της τοπικής γαστρονομίας αφήνει τους επισκέπτες ικανοποιημένους.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σχέση του τουρισμού με την κτηνοτροφία και τον πρωτογενή τομέα. Όπως σημείωσε, ο τουρισμός αποτελούσε πάντοτε συμπληρωματική οικονομική δραστηριότητα για τη Λέσβο και δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παραγωγή.
Προειδοποίησε ότι, εάν υποχωρήσει η κτηνοτροφία, ερημώσουν τα χωριά και φύγουν οι νέοι, δεν θα υπάρχουν ούτε τα τοπικά προϊόντα ούτε το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζεται για να στηριχθεί η τουριστική δραστηριότητα.
«Εάν διαλυθεί ο πρωτογενής τομέας, δεν έχουμε μέλλον στο νησί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο τουρισμός εξαρτάται από τη δυνατότητα της τοπικής οικονομίας να παράγει και να διατηρεί ζωντανές τις κοινότητές της.
Συγκρίνοντας τη Λέσβο με άλλους προορισμούς, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη Σάμο, η οποία από περίπου 98.000 ευρωπαϊκές αφίξεις μέχρι τον Αύγουστο του 2025 έφτασε τις 107.000 το αντίστοιχο διάστημα του 2026.
Τη διαφορά απέδωσε στην είσοδο νέας βρετανικής εταιρείας, η οποία πρόσθεσε πέντε πτήσεις την εβδομάδα, αλλά και στο γεγονός ότι η Σάμος διέθετε τις απαραίτητες κλίνες για να υποδεχθεί την αυξημένη κίνηση.
Αναφέρθηκε επίσης στη Θάσο και στη Λήμνο, οι οποίες ενισχύονται από την οδική πρόσβαση των Βαλκάνιων επισκεπτών προς τη Βόρεια Ελλάδα και τις ακτοπλοϊκές τους συνδέσεις. Αντίθετα, η Λέσβος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς στην πρόσβαση.
Χαρακτήρισε προβληματικό το δρομολόγιο προς το Σίγρι, καθώς το πολύωρο ταξίδι και η άφιξη κοντά στα μεσάνυχτα δεν το καθιστούν ελκυστικό. Εκτίμησε ότι μια απευθείας και ταχύτερη σύνδεση από το Λαύριο θα μπορούσε να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τη δυτική και τη βόρεια Λέσβο. Παράλληλα, επανέφερε την ανάγκη ουσιαστικής σύνδεσης με τον Βόλο και συχνότερων δρομολογίων από τη Θεσσαλονίκη.
Ως βασική προϋπόθεση για την αλλαγή πορείας έθεσε τη δημιουργία ενός μόνιμου φορέα προώθησης και διαχείρισης του τουριστικού προϊόντος.
Ο φορέας, όπως ανέφερε, πρέπει να στελεχωθεί από ανθρώπους με σπουδές και επαγγελματική εμπειρία, οι οποίοι θα εξετάσουν τις δυνατότητες του νησιού, τις αγορές στις οποίες μπορεί να απευθυνθεί και τις αλλαγές που χρειάζεται το τουριστικό προϊόν.
Άσκησε κριτική στη λογική της αποσπασματικής συμμετοχής σε εκθέσεις, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία σε Λονδίνο, Βερολίνο ή Ουτρέχτη δεν αρκεί χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, συνέχεια και μετρήσιμους στόχους.
Ο Λευτέρης Καραμπλιάς αναγνώρισε ότι οι Τούρκοι επισκέπτες στήριξαν σημαντικά τη Μυτιλήνη και τα χωριά του νησιού. Απέρριψε, όμως, την άποψη ότι μπορούν από μόνοι τους να «σώσουν» τον τουρισμό της Λέσβου.
Χαρακτήρισε την τουρκική αγορά καλή και δυναμική, αλλά ταυτόχρονα συμπληρωματική και αβέβαιη, καθώς μπορεί να επηρεαστεί ανά πάσα στιγμή από τις πολιτικές σχέσεις των δύο χωρών. Αντίστοιχα, διαπίστωσε περιορισμένη παρουσία Ελλήνων επισκεπτών, με εξαίρεση κυρίως όσους διαθέτουν σπίτι ή δυνατότητα φιλοξενίας στο νησί.