
Η ελαιοκομική περίοδος 2026–2027 πλησιάζει στην έναρξή της σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στο νησί της Λέσβου, με τα 11 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, ελάχιστοι είναι αυτοί που ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της παραγωγής του καρπού που βρίσκεται πάνω στα δέντρα. Το αν υλοποιείται ή όχι το πρόγραμμα καταπολέμησης του δάκου αφήνει εντελώς αδιάφορους τους παραγωγούς, ακόμη και στα αμιγώς ελαιοπαραγωγικά χωριά του νησιού.
Η εκτεταμένη δράση του δάκου και οι μεγάλες προσβολές από σαπιοβούλα του καρπού, πιθανότατα δευτερογενείς προσβολές, φαίνεται να μην ενοχλούν κανέναν σε ένα νησί που, όχι πολλά χρόνια πριν, ρύθμιζε την κοινωνική ζωή του με βάση την έναρξη και το τέλος της ελαιοσυλλογής.
Οι μεγάλης ηλικίας ελαιοπαραγωγοί του νησιού βλέπουν απογοητευμένοι την κατάσταση των ελαιώνων και, σχεδόν αποσβολωμένοι, αναφέρουν πως, όταν εκείνοι ήταν νέοι, ένα ακαλλιέργητο και ακλάδευτο λιοχώραφο αποτελούσε στοιχείο που κακοχαρακτήριζε τον ιδιοκτήτη του.
Αγρότης από την περιοχή της Θερμής μάς έλεγε πρόσφατα «Σε άλλες εποχές καθαρίζαμε τα δέντρα δύο φορές τον χρόνο από τους κολοριζίτες. Τώρα, αν δεν φτάσουν το ένα μέτρο σε ύψος, ούτε που τους ακουμπάμε».
Ελάχιστοι είναι οι παραγωγοί της Λέσβου που αυτόν τον Σεπτέμβριο έχουν μπει στους ελαιώνες τους για να τους προετοιμάσουν για τη συγκομιδή. Ίδια είναι η εικόνα και στα ελαιοτριβεία του νησιού.
Το τεράστιο δάσος των ελαιώνων της Λέσβου, που εκτείνεται σε περίπου 450.000 στρέμματα γης, μοιάζει με μελίσσι που ξαφνικά εγκατέλειψαν οι μέλισσες.
Ωστόσο, η άρνηση των ελαιοπαραγωγών της Λέσβου ακόμη και να συζητήσουν για τις ελιές έχει τη δική της εξήγηση. Κι αυτή βρίσκεται στη μακροχρόνια υποτίμηση της αξίας του ελαιολάδου, η οποία την τρέχουσα χρονιά έχει οδηγήσει τις τιμές σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Κάτω από το κόστος παραγωγής οι τιμές
Όλες οι σοβαρές αναλύσεις για την αγορά του ελαιολάδου τονίζουν πως οι τιμές παραγωγού έχουν διαμορφωθεί σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Η κατάσταση είναι, φυσικά, χειρότερη στις νησιωτικές περιοχές της χώρας, καθώς εκεί το κόστος παραγωγής είναι σημαντικά υψηλότερο σε σύγκριση με τις περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Ας γίνουμε απόλυτα σαφείς. Με την τιμή παραγωγού στα 3,50 έως 4 ευρώ ανά κιλό για τα έξτρα παρθένα ελαιόλαδα, κανείς δεν ενδιαφέρεται να πάει στον ελαιώνα για συγκομιδή. Την άρνηση των παραγωγών να μπουν στα χωράφια μπορεί να τη διαπιστώσει κανείς και σε πολλές ελαιοκομικές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η Ισπανική Ένωση Ελαιοπαραγωγικών Δήμων εκτιμούσε τον περασμένο Ιούλιο πως η πλειονότητα των ελαιώνων της χώρας ήταν ζημιογόνα, με βάση τις τιμές χονδρικής που είχαν διαμορφωθεί στην αγορά εκείνη την περίοδο. Η κατάσταση από τότε έχει βελτιωθεί ελάχιστα.
Ο ιταλικός ελαιοκομικός Τύπος αντιμετωπίζει ως καταστροφική εξέλιξη την κάμψη των τιμών χονδρικής. Θεωρεί, μάλιστα, εξευτελιστικό για το προϊόν να χρησιμοποιείται ως κράχτης από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Το κλίμα στην παγκόσμια αγορά
Το εντυπωσιακό είναι πως οι τιμές παραγωγού και χονδρικής του ελαιολάδου έχουν υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε μια εποχή κατά την οποία αυξάνονται οι τιμές των σπορελαίων, ως αποτέλεσμα της ανόδου του κόστους παραγωγής, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και των λιπασμάτων.
Οι καλλιεργητές παραδοσιακών ελαιώνων θεωρούν δεδομένο πως έχουν μπροστά τους μια χαμένη ελαιοκομική περίοδο. Το ερώτημα είναι αν θα απαξιωθούν συνολικά οι παραδοσιακοί ελαιώνες ή αν θα αναπτυχθεί μια ελαιική πολιτική που θα αναδεικνύει το ελαιόλαδο το οποίο παράγεται σε αυτούς, με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζει στους παραγωγούς το εισόδημα που απαιτείται για να συνεχίσουν τις καλλιεργητικές φροντίδες.
Με λίγα λόγια, εκείνο που λείπει δεν είναι απλώς μια ενίσχυση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της συγκυρίας που δημιουργούν οι χαμηλές τιμές. Ζητούμενο είναι ένας συνολικός σχεδιασμός που θα βάζει ξανά στο τραπέζι της μεγάλης μάζας των καταναλωτών το ελαιόλαδο των παραδοσιακών ελαιώνων.