
Οξύνεται ακόμη περισσότερο η αντιπαράθεση ανάμεσα στους κτηνοτρόφους της Λέσβου και την κυβέρνηση, με αφορμή τις κλήσεις σε απολογία που έχουν λάβει αγροτοσυνδικαλιστές και κτηνοτρόφοι για τις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν το προηγούμενο διάστημα στο νησί, με φόντο την κρίση που προκάλεσε ο αφθώδης πυρετός.
Με νέα ανακοίνωσή του, ο Αγροτικός – Αλιευτικός Σύλλογος Μανταμάδου, μέλος της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου (Ο.Α.Σ.Λ.), καταγγέλλει τις δικαστικές διώξεις ως «προκλητικές» και κάνει λόγο για προσπάθεια εκφοβισμού ενός κλάδου που, όπως υποστηρίζει, δίνει μάχη για την επιβίωσή του.
«Αντί για λύσεις, επιλέγουν την καταστολή»
Στην ανακοίνωση, ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση, αντί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που δημιούργησε –όπως αναφέρει– η διαχείριση της επιζωοτίας, επιλέγει την ποινικοποίηση των κινητοποιήσεων.
Οι κτηνοτρόφοι κάνουν λόγο για μια κλιμάκωση της κυβερνητικής στάσης, υποστηρίζοντας ότι αρχικά επιχειρήθηκε να κατευναστούν οι αντιδράσεις με διαβεβαιώσεις ότι υπάρχει σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Σύλλογο, ακολούθησαν συκοφαντίες σε βάρος όσων διαμαρτύρονταν και πλέον η κατάσταση έχει περάσει, όπως αναφέρουν, στο στάδιο των διώξεων και των κλήσεων για καταθέσεις.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, οι κλήσεις δεν αφορούν μόνο όσους συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις, αλλά και ανθρώπους που στάθηκαν στο πλευρό των κτηνοτρόφων, γεγονός που –κατά τον Σύλλογο– αποσκοπεί στην τρομοκράτηση όσων συνεχίζουν να διεκδικούν λύσεις.
«Η ευθύνη δεν ανήκει στους κτηνοτρόφους»
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η τοποθέτηση του Συλλόγου αναφορικά με τη διαχείριση του αφθώδους πυρετού.
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι δεν ευθύνονται για τη διασπορά της νόσου, αποδίδοντας τις ευθύνες στη διαχείριση που ακολουθήθηκε από το Υπουργείο και την Περιφέρεια. Υποστηρίζουν ότι οι περιορισμοί, οι καθυστερήσεις και οι χειρισμοί των αρμόδιων αρχών έχουν οδηγήσει εκατοντάδες παραγωγούς σε οικονομικό αδιέξοδο.
Παράλληλα, περιγράφουν τη δύσκολη πραγματικότητα που βιώνει ο κτηνοτροφικός κόσμος, κάνοντας λόγο για τεράστιες απώλειες σε παραγωγή γάλακτος και κρέατος, αυξημένο κόστος εκτροφής και αβεβαιότητα για το αν θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους ή να ξαναστήσουν τα κοπάδια τους.
«Στο στόχαστρο βρίσκεται όλος ο αγώνας των κτηνοτρόφων»
Ο Αγροτικός – Αλιευτικός Σύλλογος Μανταμάδου υποστηρίζει ότι οι διώξεις δεν αφορούν μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά συνολικά το αγροτικό κίνημα της Λέσβου.
Όπως αναφέρει, στο πρόσωπο των διωκόμενων κτηνοτρόφων διώκεται κάθε παραγωγός που συμμετείχε στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, στο μπλόκο στο λιμάνι και στις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν τους προηγούμενους μήνες, διεκδικώντας ουσιαστική στήριξη απέναντι στις συνέπειες της επιζωοτίας.
Ο Σύλλογος διαμηνύει ότι οι κτηνοτρόφοι θα αντιμετωπίσουν συλλογικά τις διώξεις και εκφράζει την πεποίθηση ότι οι δικαστικές διαδικασίες δεν πρόκειται να ανακόψουν τον αγώνα τους.
Κάλεσμα στην κοινωνία για στήριξη
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη στήριξη που, σύμφωνα με τον Σύλλογο, προσέφερε η τοπική κοινωνία κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων.
Οι κτηνοτρόφοι καλούν τους πολίτες να συνεχίσουν να βρίσκονται στο πλευρό τους, υποστηρίζοντας ότι ο αγώνας τους αφορά συνολικά την επιβίωση του πρωτογενούς τομέα της Λέσβου.
Παράλληλα, απορρίπτουν τις κατηγορίες περί παρακώλυσης συγκοινωνιών, υποστηρίζοντας ότι τα πραγματικά εμπόδια στις μετακινήσεις των νησιωτών προέρχονται από το υψηλό κόστος των ακτοπλοϊκών και αεροπορικών εισιτηρίων και όχι από τις αγωνιστικές τους κινητοποιήσεις.
Τα αιτήματα των κτηνοτρόφων
Κλείνοντας την ανακοίνωσή του, ο Αγροτικός – Αλιευτικός Σύλλογος Μανταμάδου επαναλαμβάνει τα βασικά αιτήματα του αγροτικού κινήματος, ζητώντας την άμεση παύση των κλήσεων σε απολογία και κάθε μορφής, όπως αναφέρει, τρομοκράτησης των αγωνιζόμενων κτηνοτρόφων.
Παράλληλα, ζητά να μπει τέλος στα λεγόμενα «αγροτοδικεία» με νομοθετική πρωτοβουλία της Βουλής, ενώ επαναφέρει το αίτημα για την άμεση ικανοποίηση των διεκδικήσεων που έχουν καταθέσει οι κτηνοτρόφοι για ουσιαστική οικονομική στήριξη και αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν εξαιτίας της κρίσης του αφθώδους πυρετού.