
Την ανάγκη να μπει στο επίκεντρο και η περιβαλλοντική διάσταση της διαχείρισης του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο ανέδειξε, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του «Ν» στους 99 fm, ο Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Νάσος Στασινάκης.
Με αφορμή άρθρο του ίδιου για το Τμήματος Περιβάλλοντος για το ζήτημα στο «Ν», ο κ. Στασινάκης σημείωσε ότι, πέρα από τη μεγάλη οικονομική καταστροφή που βιώνουν οι κτηνοτρόφοι και οι άνθρωποι της μεταποίησης, υπάρχει και ένα κρίσιμο περιβαλλοντικό σκέλος που, όπως είπε, «δεν έχει συζητηθεί αρκετά».
Όπως ανέφερε, το Τμήμα Περιβάλλοντος εξέφρασε δημόσια τη διάθεσή του να συνεισφέρει επιστημονικά, εφόσον του ζητηθεί. Ωστόσο, όπως είπε, μέχρι στιγμής δεν υπήρξε ανταπόκριση από τις αρμόδιες αρχές. «Από τις αρχές, που θα περίμενε κανείς να πάρουμε κάποια αντίδραση, δεν πήραμε», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο καθηγητής στάθηκε ιδιαίτερα στην καθυστέρηση του σχεδιασμού. Υπενθύμισε ότι το πρώτο κρούσμα εμφανίστηκε στα μέσα Μαρτίου και εκτίμησε ότι από τότε θα έπρεπε να είχε συγκροτηθεί ένας μηχανισμός διαχείρισης, με τη συμμετοχή και επιστημόνων, για τα νεκρά ζώα και το γάλα που δεν μπορούσε να διατεθεί στα τυροκομεία.
«Θα περίμενα ότι σε ένα τέτοιο πρόβλημα, όπου είναι δεδομένο ότι θα έχεις πολλά ζώα που θα θανατωθούν και θα πρέπει να ταφούν, και κάποια στιγμή είναι πιθανό να μην μπορείς να διαθέσεις το γάλα στα τυροκομεία, οι αρχές θα κάθονταν έγκαιρα γύρω από ένα τραπέζι», ανέφερε.
Τι προβλέπει η νομοθεσία για τις ταφές ζώων
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ταφή των νεκρών ζώων πρέπει να γίνεται, όπου είναι δυνατόν, κοντά ή μέσα στον χώρο της εκμετάλλευσης, ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά μικροβιακού φορτίου. Εναλλακτικά, προβλέπεται αποτέφρωση σε εξουσιοδοτημένη εγκατάσταση ή χρήση κατάλληλα χωροθετημένου χώρου ταφής νεκρών ζώων.
Ο κ. Στασινάκης υπογράμμισε ότι στις ταφές δεν αρκεί η παρουσία της κτηνιατρικής υπηρεσίας. Όπως είπε, θα έπρεπε να παρίστανται και στελέχη υπηρεσιών περιβάλλοντος, ώστε να εξετάζουν εάν κοντά στον χώρο ταφής υπάρχουν γεωτρήσεις, υδατορέματα ή άλλα ευαίσθητα περιβαλλοντικά στοιχεία.
Για το γάλα που πλέον δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως τρόφιμο, ήταν σαφής: «Το διαχειριζόμαστε πια σαν απόβλητο. Δεν είναι τρόφιμο». Εξήγησε ότι, όπως και τα τυροκομικά απόβλητα, έτσι και το γάλα έχει υψηλό ρυπαντικό φορτίο, οργανικές ενώσεις και αμμωνιακό άζωτο, στοιχεία που μπορούν να υποβαθμίσουν την ποιότητα του νερού, αν καταλήξουν σε ποτάμια, υπόγεια ύδατα ή γεωτρήσεις.
Σε ακραίες περιπτώσεις, όπως είπε, η ανεξέλεγκτη διάθεση τέτοιων αποβλήτων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε μείωση του διαλυμένου οξυγόνου στο νερό, με επιπτώσεις στους υδρόβιους οργανισμούς.
Αναφερόμενος στον χώρο διάθεσης γάλακτος στην περιοχή του Καμένου Δάσους, είπε ότι η περιοχή φαίνεται να έχει καλές προδιαγραφές, καθώς βρίσκεται μακριά από οικισμούς, γεωτρήσεις και υδατορέματα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η κατασκευή θα μπορούσε να είχε γίνει με καλύτερη μόνωση.
Ρόλος και ευθύνη του Υπουργείου Περιβάλλοντος
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη καταγραφής και διαφάνειας. Πρότεινε να υπάρχει εβδομαδιαία ενημέρωση από συντονιστικό όργανο, με στοιχεία για τον αριθμό των ζώων που θανατώθηκαν, τα σημεία ταφής, τις ποσότητες γάλακτος που διατέθηκαν, καθώς και τα σημεία περιβαλλοντικής δειγματοληψίας και τα αποτελέσματά τους.
«Στο δικό μου μυαλό θα έπρεπε να υπάρχει ένα συντονιστικό και μία φορά την εβδομάδα να βγαίνει και να λέει τι ακριβώς έγινε», σημείωσε.
Ο κ. Στασινάκης άσκησε κριτική και στην πάγια, όπως τη χαρακτήρισε, υποβάθμιση των περιβαλλοντικών ζητημάτων από το ελληνικό κράτος. «Τα περιβαλλοντικά θέματα μπαίνουν σε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη ή πέμπτη μοίρα», είπε, προσθέτοντας ότι ευθύνη έχει και το Υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο θα έπρεπε να έχει ενεργό ρόλο στην υπόθεση.
Κλείνοντας, έκανε σαφές ότι το Τμήμα Περιβάλλοντος δεν επιδιώκει χρηματοδότηση ή προβολή, αλλά λειτουργεί με διάθεση δημόσιας προσφοράς. «Ζούμε εδώ και θεωρούμε ότι είναι υποχρέωσή μας, επειδή εργαζόμαστε σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο», ανέφερε.