
«Όσοι τολμούν να κάνουν κάποιες παρατηρήσεις ή και να γίνονται δυσάρεστοι είναι οι πιο επωφελείς. Και για τον κρινόμενο και για τους αναγνώστες και τελικά και για την Τέχνη. "Ό,τι μας αντιστρατεύεται μας κάνει γόνιμους", έλεγε ο Γκαίτε στον Έκερμαν.Και "προσεκτικούς", θα πρόσθετα».
(Παρασκευαΐδης, «Δημοκράτης», Λογοτεχνικά, 8 Μαρτίου 1994).
Ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης έφυγε πρόσφατα όπως έζησε: αθόρυβα. Με σεμνότητα, καθαρό βλέμμα, ένα χαμόγελο επιείκειας για όλους και με τα χέρια γεμάτα έργο. Η παρουσία του δεν βασίστηκε ποτέ σε πρόσκαιρες εντυπώσεις, αλλά στη σταθερή επιμονή του να είναι χρήσιμος. Όργωσε τους αγρούς της γνώσης, έσπειρε και θέρισε με κόπο άφθονους καρπούς. Δώρισε αθόρυβα, στήριξε χωρίς ανταλλάγματα και στάθηκε παρών χωρίς να διεκδικήσει ρόλους.
Ιστορικός, φιλόλογος, συγγραφέας και πρωτοπόρος δάσκαλος σφράγισε τα γράμματα και τον πολιτισμό της Λέσβου για περισσότερο από μισό αιώνα. Ανάμεσα στις πολλές όψεις του έργου του, ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι βιβλιοκριτικές του: ένα σώμα κειμένων εκτεταμένο, συνεπές σε αρχές και πυκνό σε ουσία.
Για δεκαετίες, μέσα από τα Αιολικά Φύλλα, τον τοπικό Τύπο και λογοτεχνικά περιοδικά, παρουσίασε βιβλία λογοτεχνικά, ιστορικά και λαογραφικά. Οι κρίσεις του διακρίνονται από σαφήνεια και νηφαλιότητα. Απόφευγε κάθε θεωρητική επίδειξη. Προτιμούσε τη βιωματική προσέγγιση.
Στο παρόν σημείωμα περιορίζομαι σε ορισμένες επισημάνσεις από τις κριτικές του για την ποίηση και την πεζογραφία.Βασική του αρχή υπήρξε η πεποίθηση ότι η κριτική οφείλει να είναι ειλικρινής: να αναγνωρίζει την αξία, αλλά να επισημαίνει καλοπροαίρετα και τις αδυναμίες, χωρίς κακεντρέχεια. Η άκριτη εγκωμιαστική προσέγγιση δεν ωφελεί ούτε τον δημιουργό ούτε την τέχνη.
«Αν ακούγεται λοιπόν καμιά φορά κάποια μπαταριά, είναι η κριτική μας, όπως την αισθανόμαστε, χρήσιμη για το καλό όλων: ποιητών, συγγραφέων, αναγνωστών και του γραπτού λόγου γενικά».(«Αιολικά Φύλλα», τόμ. Α΄, τεύχ. 5, 1997, σ. 238).
Ιδιαίτερα αυστηρός υπήρξε απέναντι στην ευκολογραφία. Υπενθύμιζε, επικαλούμενος τον Σολωμό και τον Σεφέρη, ότι το ποίημα δεν είναι στιγμιαίο κατασκεύασμα, αλλά αποτέλεσμα εσωτερικού μόχθου:
«Το ποίημα θέλει "καιρό και κόπο"... Αν δεν γράφεις με δάκρυα και πόνο, κακό ποίημα, εγκεφαλικό και αποστασιοποιημένο απ’ την ψυχή σου θα γράψεις».» («Αιολικά φύλλα», τόμος Α΄, τεύχος 5, 1997, σ. 238).
Με την ίδια παρρησία μιλούσε για τις επιδράσεις, αποδεχόμενος τη φυσικότητά τους στα πρωτόλεια έργα:
«Αλλά αυτές τις μιμήσεις θα συναντήσει κανείς σ’ όλα τα πρωτόλεια, ακόμα και σε δόκιμους ποιητες. Ο Σολωμός, όταν άρχισε να γράφει, μιμήθηκε τον Monti και τον Alfieri. Ο Παλαμάς έφτασε στο σημείο να πει: "Η πρωτοτυπία είναι σαν την ελευθερία. Την πλάθουμε στ’ όνειρό μας. Δεν υπάρχει"».(Παρασκευαΐδης, «Ταχυδρόμος», χρόνος εικοστός ,1987).
Δεν έπαυε, ωστόσο, να ζητά από τους δημιουργούς την αναγκαία αποδέσμευση, ώστε να ακουστεί η προσωπική τους φωνή.
Στο ζήτημα της στρατευμένης τέχνης επεσήμανε ότι η ιδεολογία οφείλει να μετουσιώνεται σε τέχνη• διαφορετικά, το έργο καταντά «μπροσούρα». Για ποιητές όπως ο Φώτης Αγγουλές σημείωνε εύστοχα ότι «υποσημαίνει, δεν κραυγάζει».
Ενδεικτικός είναι ο σχολιασμός στίχων του Μυτιληνιού εργάτη ποιητή Δημήτρη Σιμιτσή. Παραθέτει δειγματικά :
«Κι όπως περίμενα εγώ την ομορφιά που θα φανεί
για να συνάξω τους ανθούς στεφάνι να τους πλέξω
είδα τα δέντρα να πενθούν. Μαζί τους κλαίω τη θανή.
Πώς να βαστάξω τον καημό και πώς να τον αντέξω».
Και σχολιάζει:
«Στίχοι σαν κι αυτούς δείχνουν μια προχωρημένη τεχνική στην παραδοσιακή τεχνοτροπία και συνάμα μια ψυχική ευαισθησία που θυμίζει Πορφύρα και Χατζόπουλο». («Λεσβιακός Κήρυξ», Το Λεσβιακό βιβλίο, Δημήτρη Σιμιτσή,
«Δεύτερη όψη», 14 Αυγούστου, 1980).
Για την πεζογραφία του Ασημάκη Πανσέληνου (Νερά και Χώματα) σημείωνε:
«Ο Πανσέληνος από πολλά χρόνια κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στα λεσβιακά γράμματα... Με προσωπικό ύφος, ανάλαφρο σαρκασμό και ευχάριστο τρόπο διήγησης, κέρδισε τη θέση του στην πνευματική πρωτοπορία».
(«Λεσβιακός Κήρυξ», 18 Ιουνίου, 1981).
Οι βιβλιοκριτικές του Παναγιώτη Στ. Παρασκευαΐδη αποτελούν καταθέσεις ενός ανθρώπου με βαθιά καλλιέργεια και πνευματική γενναιότητα. Καλλιεργούν αισθητικά κριτήρια και συνιστούν, μαζί με το συνολικό του έργο, πολύτιμη παρακαταθήκη για τον τόπο μας. Αντανακλούν τη φιλολογική και ιστορική του ευρυμάθεια, τη νηφαλιότητα της σκέψης, την ευγένεια και τη θαρραλέα –ποτέ δηκτική– κατάθεση της γνώμης του. Έτσι θα τον θυμόμαστε: έναν Δάσκαλο που υπηρέτησε τη ζωή και το λόγο με αλήθεια και μέτρο.