
Με «μπόρα και βροχή» έφτασε στο στούντιο του ρ/σ «Ν» 99 fm ο πρόεδρος του Συλλόγου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου, Δημήτρης Χατζηγιαννάκης, και χρησιμοποίησε την εικόνα ως μεταφορά για την εκπαίδευση που, όπως είπε χαρακτηριστικά, βρίσκεται κι αυτή «σε μπόρα». Στη συνέντευξη για τη σχολική επικαιρότητα, ο ίδιος μίλησε για πειθαρχικά και αξιολόγηση, για επίμονα κενά που –κατά την εκτίμησή του– ξεπερνούν τα 100 στο νησί, για ασφυκτική γραφειοκρατία «με πλατφόρμα για τα πάντα», αλλά και για σχολικά κτίρια που παραμένουν ευάλωτα, με αιχμή το Δημοτικό Σχολείο Καλλονής, το οποίο έκλεισε προσωρινά μετά το περιστατικό πτώσης τμήματος οροφής.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου υπενθύμισε ότι η τρέχουσα θητεία του Δ.Σ. ολοκληρώνεται τον Ιούνιο, οπότε και προγραμματίζονται εκλογές, σημειώνοντας πως στη διάρκεια της χρονιάς έγιναν «πάρα πολλές παραστάσεις διαμαρτυρίας», τόσο για τα κενά όσο και για ζητήματα που σχετίζονται με τα πειθαρχικά και τη λειτουργία των σχολείων. «Είμαστε αρχές Φλεβάρη», τόνισε, εκτιμώντας ότι τα προβλήματα δεν φαίνεται να επιλύονται «ούτε μετά το Πάσχα».
Αξιολόγηση, απεργία-αποχή και ο «φόβος» του πειθαρχικού
Σε ερώτηση για την αξιολόγηση, ο Δημήτρης Χατζηγιαννάκης διευκρίνισε ότι ο ίδιος συμμετέχει σε απεργία-αποχή και άρα δεν έχει αξιολογηθεί, επιμένοντας ωστόσο πως δεν πρόκειται για στάση που «επιβάλλεται» στους συναδέλφους: όπως είπε, ο καθένας έχει δικαίωμα να επιλέξει εάν θα συμμετάσχει ή όχι, ενώ περιέγραψε και τηλεφωνήματα εκπαιδευτικών –ιδίως νεοδιόριστων– που αγωνιούν για το πώς θα διαχειριστούν την πίεση.
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε στο επίκεντρο τον νέο πειθαρχικό νόμο για το Δημόσιο, ο οποίος, όπως σημείωσε, δημιουργεί «σχετικό πρόβλημα πολύ μεγάλο», καθώς –κατά την ανάγνωσή του– επιχειρεί να συνδέσει την άρνηση αξιολόγησης με συνέπειες για τον/την εκπαιδευτικό. Το νέο πειθαρχικό δίκαιο τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026, με αλλαγές στο πλαίσιο ευθυνών και κυρώσεων για τους δημοσίους υπαλλήλους.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου ξεκαθάρισε ότι, για τον ίδιο, το διακύβευμα δεν είναι μια «τεχνική» αξιολόγηση, αλλά η «κατηγοριοποίηση των σχολείων» και η λογική των «ταμπελών» (πρότυπα, πειραματικά, «Ωνάσεια»), την οποία συνέδεσε με διοικητικοποίηση της εκπαίδευσης και είσοδο «μάνατζερ» που δεν γνωρίζουν το σχολείο «από μέσα».
«Πλατφόρμα για τα πάντα»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη γραφειοκρατική επιβάρυνση που, όπως υποστήριξε, έχει εκτιναχθεί. Μίλησε για εντολές και διαδικασίες που αποσπούν χρόνο από τη διδασκαλία και τη φροντίδα των παιδιών, αναφέροντας ως παράδειγμα την απαίτηση να αποστέλλονται έγγραφα «με το τι ασθένεια έχει κάθε παιδάκι», ώστε να υπάρχει κεντρική διαχείριση. «Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο», είπε, τόσο για τους/τις εκπαιδευτικούς όσο και για τα παιδιά, περιγράφοντας ένα περιβάλλον στενής παρακολούθησης.
Ως «τραγελαφικό» παράδειγμα ανέφερε εγκύκλιο που –όπως είπε– ζητούσε την καταχώριση απουσιών για το ολοήμερο σχολείο μέσα σε ένα τέταρτο, από τη 1:15 έως τη 1:30, την ώρα που «οι περισσότεροι είμαστε στην πόρτα» για να παραδώσουν με ασφάλεια τα παιδιά στους γονείς. Κατά την εκτίμησή του, τέτοιες απαιτήσεις δείχνουν ότι «η κατάσταση είναι σε πολύ άσχημο σημείο».
Βurnout και πίεση από παντού
Ο Δημήτρης Χατζηγιαννάκης συνέδεσε την εικόνα των σχολείων με το εργασιακό burnout, σημειώνοντας ότι «στην υγεία και στην εκπαίδευση είναι σε δυσθεώρητα σημεία» και ότι οι εκπαιδευτικοί, μετά τους γιατρούς, βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» της εξάντλησης. Μίλησε και για κοινωνική πίεση που περνά μέσα στις σχολικές αυλές, αναγνωρίζοντας ότι οι γονείς «θέλουν το καλύτερο για τα παιδιά τους», όμως σε συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας «πολλές φορές ξεσπούν», ενώ το Υπουργείο –όπως υποστήριξε– αφήνει πολλά ζητήματα σε ασάφεια, με τα σχολεία να καλούνται να λειτουργούν «με προφορικές εντολές» και τους/τις εκπαιδευτικούς να καταλήγουν να διαχειρίζονται καταστάσεις «με δικηγόρους».
Νηπιαγωγεία χωρίς βοηθεια
Για τα νηπιαγωγεία, ο πρόεδρος του Συλλόγου μίλησε για ένα «τεράστιο κεφάλαιο» και περιέγραψε συνθήκες στις οποίες δύο νηπιαγωγοί καλούνται να λειτουργήσουν δύο τμήματα στο ίδιο σχολείο, με αποτέλεσμα όταν προκύπτει οποιοδήποτε περιστατικό (τηλέφωνο, έγγραφο, ένα παιδί που χτυπά, ανάγκη συνοδείας στην τουαλέτα) «μένει το τμήμα μόνο του». Ειδικά σε περίπτωση ασθένειας, είπε, η κατάσταση γίνεται «πραγματικά τραγική», υποστηρίζοντας ότι παλιότερα υπήρχε πρακτική άμεσης αντικατάστασης που πλέον έχει υποχωρήσει λόγω περικοπών και υποχρηματοδότησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος περιέγραψε την καθημερινότητα στα δημοτικά σχολεία, ειδικά σε περίοδο έξαρσης ιώσεων, όπου –όπως είπε– οι εκπαιδευτικοί «έχουμε γίνει και γιατροί», με συζητήσεις για γρίπη, RSV και μέτρα προστασίας, ενώ ακόμη και ο καθαρισμός των θρανίων «δεν προλαβαίνει» από το διαθέσιμο προσωπικό, με αποτέλεσμα «καθαρίζουμε πλέον και μόνοι μας». Όταν λείπει εκπαιδευτικός, πρόσθεσε, «αντικαταστάτης πάντως… δεν μπορεί να υπάρξει», με λύσεις τύπου «μοιράζονται τα παιδιά», τις οποίες χαρακτήρισε ως «μπαλώματα» που στηρίζονται σε «υπερωρίες και προσωπικό κόπο».
Ειδικότητες που λείπουν
Ο Δημήτρης Χατζηγιαννάκης περιέγραψε ως μόνιμο πρόβλημα τα κενά σε ειδικότητες (μουσική, καλλιτεχνικά, θεατρική αγωγή), αναφέροντας ότι υπήρξαν υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις –ακόμη και μετά από παρεμβάσεις στην αρμόδια διοίκηση– αλλά τελικά «δεν ήρθαν ποτέ». Εστίασε επίσης στη σύγχυση ευθυνών, λέγοντας ότι «η Πρωτοβάθμια πετάει το μπαλάκι στο Υπουργείο και το Υπουργείο στις Πρωτοβάθμιες», ενώ οι σχολικές μονάδες καλούνται να απαντούν στους γονείς και στα παιδιά που ρωτούν γιατί φέτος δεν θα έχουν το μάθημα που πέρυσι υπήρχε.
Στο σημείο αυτό στάθηκε και στη δυσλειτουργία των «β’ αναθέσεων», όταν δηλαδή ένας/μία εκπαιδευτικός καλείται να καλύψει αντικείμενο άλλης ειδικότητας, καθώς και στο –όπως είπε– παράδοξο να μπαίνουν βαθμοί σε μαθήματα που στην πράξη «δεν διδάσκονται».
Δημοτικό Σχολείο Καλλονής: κτίριο 100 ετών, πλημμύρες και πτώση οροφής
Κομβικό σημείο της συζήτησης ήταν το Δημοτικό Σχολείο Καλλονής, το οποίο έκλεισε για ημέρες (4, 5 και 6 Φεβρουαρίου) ώστε να ελεγχθεί, μετά το περιστατικό πτώσης τμήματος οροφής. Ο πρόεδρος του Συλλόγου, που έχει υπηρετήσει στο σχολείο, περιέγραψε ένα κτίριο με χρόνιες παθογένειες: επαναλαμβανόμενες πλημμύρες, προβλήματα στη στέγη και υλικά παλιάς κατασκευής. Θύμισε ότι σε παλαιότερη πλημμύρα «έφτασε το νερό 1,20», καταστράφηκαν αίθουσες και υλικά, ενώ ανέφερε ότι το κτίριο χτίστηκε την περίοδο 1923–1929 και «φτάνουμε τα 100 χρόνια του σχολείου». Επισήμανε ότι η στέγη είναι «τεράστια» (με αναφορά σε επιφάνεια 540 τ.μ., σύμφωνα με ενημέρωση της διεύθυνσης του σχολείου) και ότι τα προβλήματα –όπως πλημμύρες σε αίθουσα υπολογιστών, γραφείο διδασκόντων και γραφείο διεύθυνσης– είναι «μόνιμα πλέον».
Διαφώνησε με την καθησυχαστική εικόνα που, όπως είπε, μεταφέρεται κατά καιρούς από αρμόδιους, τονίζοντας ότι «πρέπει να ελεγχθεί στη βάση του» και ότι «καλά κάνουν και κλείσαν το σχολείο» προκειμένου να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος και παρέμβαση.
Κατάργηση σχολικών επιτροπών: «δεν μπορεί να έχει θετικό πρόσημο»
Στη συνέχεια, η συζήτηση πέρασε στην κατάργηση των σχολικών επιτροπών. Αφορμή αποτέλεσε εκδήλωση της Ένωσης Γονέων και Κηδεμόνων του Δήμου Μυτιλήνης, όπου –όπως ειπώθηκε– διατυπώθηκαν θέσεις ενάντια στην κατάργηση, αλλά και η τοποθέτηση εκπροσώπου του Δήμου Δυτικής Λέσβου ότι «σε εμάς που έχει καταργηθεί εδώ και καιρό, είμαστε μια χαρά και όλα λειτουργούν». Ο Δημήτρης Χατζηγιαννάκης απάντησε ότι «η κατάργηση… δεν μπορεί να έχει κανένα θετικό πρόσημο», υποστηρίζοντας πως η μεταφορά της διαχείρισης σε πιο κεντρικό επίπεδο δημιουργεί πρακτικά αδιέξοδα, ειδικά σε Δήμους που ήδη αντιμετωπίζουν υποστελέχωση.
Έφερε ως παράδειγμα τη διαχείριση βασικών αναγκών, όπως προμήθειες πετρελαίου για σχολικές μονάδες: όταν μιλάμε για δεκάδες ή και εκατοντάδες σχολεία, είπε, απαιτούνται διαδικασίες διαγωνισμών που είναι δύσκολο να «τρέξουν» εγκαίρως, ιδίως αν η μετάβαση γίνει μέσα στο καλοκαίρι. Στο δημόσιο διάλογο, πάντως, έχει ήδη τεθεί διάταξη που προβλέπει ότι από την 1η Αυγούστου 2026 καταργούνται οριστικά όλες οι σχολικές επιτροπές που είχαν διατηρηθεί μεταβατικά και οι αρμοδιότητες μεταφέρονται στους οικείους δήμους. Παράλληλα, εκπαιδευτικές οργανώσεις έχουν ζητήσει την απόσυρση σχετικής διάταξης νομοσχεδίου, προειδοποιώντας για «οικονομική ασφυξία» των σχολείων και δυσλειτουργίες στη διαχείριση.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου περιέγραψε και την καθημερινή μικροδιαχείριση που, όπως είπε, σήμερα γίνεται πιο άμεσα («πάρε μια κλειδαριά, βρες μια καλή προσφορά, φέρε το τιμολόγιο») και αναρωτήθηκε πώς αυτό θα λειτουργεί «κεντρικά», όταν τα σχολεία ενδέχεται να στέλνουν «εκατοντάδες mail κάθε μέρα» για βασικά αναλώσιμα.
Κάλεσμα για κοινό μέτωπο με τους γονείς
Μιλώντας για τα πειθαρχικά, ο Δημήτρης Χατζηγιαννάκης αναφέρθηκε στην εκδίκαση υπόθεσης συναδελφισσών στην Τρίπολη με το παλαιό καθεστώς, υπογραμμίζοντας ότι το νέο πειθαρχικό πλαίσιο αφορά συνολικά το Δημόσιο και –όπως είπε– θα πρέπει να αξιολογηθεί από την κοινωνία και τα μέσα ενημέρωσης «στο σύνολό του». Σύνδεσε την αυστηροποίηση με μια ευρύτερη προσπάθεια «ποινικοποίησης» δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων, με στόχο να περιοριστούν οι αντιδράσεις σε πολιτικές όπως η αξιολόγηση και η κατηγοριοποίηση.
Στο πολιτικό-κοινωνικό σκέλος, έθεσε ως κεντρικό διακύβευμα ότι οι αλλαγές πλήττουν τελικά «κατά κύριο λόγο τα παιδιά», ιδιαίτερα όταν υπάρχουν σχολεία υποστελεχωμένα ή σχολεία με ελλείψεις σε εξοπλισμό και υποδομές. Κάλεσε τους γονείς να σταθούν στο πλευρό των εκπαιδευτικών, υποστηρίζοντας ότι «αν είμαστε όλοι μαζί, συλλογικά, μπορούμε να λύσουμε πολλά προβλήματα».
«100+ κενά» στη Λέσβο
Κλείνοντας, ο πρόεδρος του Συλλόγου επανήλθε στα κενά, λέγοντας ότι «παραμένουν τα εκατό κενά, εκατόπλας κενά στο νησί μας», κυρίως στην ειδική αγωγή, και αμφισβήτησε τη ρητορική ότι «όλα είναι εντάξει». Αναφέρθηκε επίσης στη δυσκολία στελέχωσης των νησιών με τους σημερινούς μισθούς, θέτοντας το ερώτημα «πώς θα έρθει ένας εκπαιδευτικός στο νησί μας με 776 ευρώ», αλλά και στο τι συμβαίνει με την εργασιακή αβεβαιότητα των αναπληρωτών, ιδίως σε σχέση με επιδόματα και το κόστος να μετακινηθούν «βάζοντας από την τσέπη τους».
Στο ίδιο σημείο σχολίασε δημόσιες δηλώσεις της βουλεύτριας της ΝΔ, κ. Αλεξοπούλου, που προκάλεσαν αντιδράσεις σε σχέση με τους/τις εκπαιδευτικούς των νησιών και τα ενοίκια, με τη φράση «το τζάμπα πέθανε», τις οποίες χαρακτήρισε «τουλάχιστον ανεκδιήγητες» και προσβλητικές, όχι μόνο για τους εκπαιδευτικούς αλλά, όπως είπε, «κυρίως τον εαυτό της». Οι συγκεκριμένες δηλώσεις καταγράφηκαν στον δημόσιο διάλογο τις τελευταίες ημέρες, με αντιδράσεις και αναλύσεις για το κόστος διαβίωσης και στέγασης που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στα νησιά.
Συνοψίζοντας, ο Δημήτρης Χατζηγιαννάκης περιέγραψε μια πρωτοβάθμια εκπαίδευση που λειτουργεί «στο όριο»: με κενά που επιμένουν, με εκπαιδευτικούς που καλύπτουν πολλαπλούς ρόλους για να «σωθεί η κατάσταση», με σχολικά κτίρια που χρειάζονται ουσιαστικές παρεμβάσεις, και με διοικητικές αλλαγές που –όπως υποστήριξε– μεταφέρουν βάρη χωρίς να λύνουν τα βασικά. Το μήνυμά του προς την κοινωνία ήταν σαφές: η σχολική πραγματικότητα δεν είναι ένα εσωτερικό ζήτημα των εκπαιδευτικών, αλλά υπόθεση που αφορά γονείς και παιδιά, και απαιτεί συλλογική πίεση για λύσεις που να έχουν διάρκεια.