× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

(Α)Θάνατος

Γράφει ο: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ

Από το NEWSROOM Δημοσίευση 18/11/2021

(Α)Θάνατος

Ένας ψηλός άνθρωπος ήταν. Ψηλός και γεροδεμένος. Λιγομίλητος. Ένας καλός άνθρωπος ήταν.

Στη ζωή του άνθρωπο δεν είχε πειράξει. Μπορεί ούτε και μυρμήγκι να μην είχε πειράξει. Ακόμα και μια μύγα.

Ακίνδυνος. Για όλους.

Κρίθηκε όμως «επικίνδυνος» για το καθεστώς! Για την «επανάσταση»!. Τη χούντα των συνταγματαρχών.  Και μαζί με πολλούς άλλους χωριανούς, πήρε το δρόμο για τον τόπο του «εκτοπισμού», την εξορία δηλαδή, στο ξακουστό«θέρετρο»της εποχής, τα περίφημα Γιούρα.

Επικίνδυνος…Άνθρωπος της βιοπάλης, μάστορας καλός, μαραγκός, με μια μπλε ποδίτσα πάντα ζωσμένη στη μέση του με πρόκες και βελόνες και το καλογυαλισμένο και πάντα ακονισμένο σκεπάρνι περασμένο στο σβέρκο του. Όπως όλα τα μαστόρια της εποχής.

Επικίνδυνος… Άνθρωπος με αγέρωχο βλέμμα, γελαστό  και με μια γυναίκα μοναχά, φερμένη από άλλο μέρος, ξενομερίτισσα… Την αγάπησε την κυρά του και την έφερε μαζί του, στο χωριό που είχε τη δουλειά του και την καταντιά του. Εκεί που μπορούσε να βγάλει ένα κομμάτι ψωμί να ζήσουν καλά. Παιδιά δεν είχαν. Μοναχοί τους περνούσαν τη ζωή τους.

Επικίνδυνος… Άνθρωπος της παρέας. Της συντροφιάς και του γέλιου, του ρακιού κάθε βράδυ με την παρέα του και σ άλλον καφενέ.

Επικίνδυνος… Άνθρωπος της πίστης στην ελευθερία, στο δικαίωμα της ζωής, στην ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους, στην ανάγκη να υπάρχει δικαιοσύνη σ όλον τον κόσμο.

Κάθισε κάμποσο καιρό στο ξωτικό αυτό νησί, εκεί στη μέση του Αιγαίου, που βρίσκεται κοντά στον άλλο τόπο της εξορίας, τον Άη Στράτη. 

Γύρισε μια μέρα, εκεί κατά τις τρεις το μεσημέρι με το λεωφορείο της γραμμής, που έφερνε τα νέα, τους ανθρώπους και τα πράγματα από τη μεγάλη πόλη.

Το αγέρωχο βλέμμα όμως είχε χαθεί. Στη θέση του ένα αλλιώτικο βλέμμα, χαμένο σε σκέψεις κι ερωτήματα.

Το ψηλό κορμί είχε γείρει θαρρείς κι έπεσαν απάνω του όλα τα βάρη του ντουνιά. Το βήμα αργό, σαν κάτι να ενοχλούσε τα βασανισμένα πόδια του.

Συχνά, ένας βαθύς αναστεναγμός έβγαινε από το πλατύ του στήθος, ακόμα και την ώρα που πήγαινε ν αγοράσει το καθιερωμένο του γιαουρτάκι. Δυο κομμάτια. Από ένα με την κυρά του. Αυτό ήταν πια το βραδινό τους φαγητό.

Έτσι κύλησε λίγος καιρός από τότε που γύρισε πίσω, εκείνο το μεσημέρι με το παλιό λεωφορείο, από την εξορία. Από το νησί, στο νησί του.

Ποιος ξέρει πώς τον  άφησαν λεύτερο. Δεν ξέρω αν ο ίδιος το αποκάλυψε. Σημασία έχει πως γύρισε, έτσι όπως γύρισε…

Οι μέρες περνούσαν. Ο χρόνος κυλούσε αμείλικτος. Κι εκείνος αμίλητος. Κάθε μέρα και πιο πολύ. Δούλευεστο υπόγειο του σπιτιού που έμενε με την κυρά του. Εκεί μπάλωνε τα παλιά παραθύρια και τις σπασμένες πόρτες που του έφερναν οι χωριανοί, άλλαζε τους σπασμένους μεντεσέδες, έκανε όποια δουλειά του ζητούσαν, έφτιαχνε ότι του έφερναν για μερεμέτι.

Κάθε χρόνο η κυρά του έφευγε για κανα δυο βδομάδες, προσκύνημα στα μέρη της, εκεί στα Βόρεια, Θράκη, Μακεδονία, θα σας γελάσω. Μα δεν έχει και πολλή σημασία… Έφευγε και πήγαινε στο μέρος που μεγάλωσε, που ζούσαν τ αδέρφια της. Και κείνη τα φιλοξενούσε κάθε καλοκαίρι στο χωριό…

Μια τέτοια μέρα διάλεξε. Μια μέρα που η κυρά του έλειπε από το σπιτικό. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Δεν ήθελε κιόλας να την τρομάξει…

Το σπίτι επικοινωνούσε με το υπόγειο, εκεί που είχε το εργαστήρι του, με μια καταπακτή και μια ξύλινη σκάλα, που ο ίδιος είχε φτιάξει.  

Από νωρίς είχε ετοιμαστεί. Ένα κομμάτι σχοινί με μια θηλιά στην μια του άκρη.

Και τέλος.

Απόγεμα ήταν, σαν ακούστηκε σα σούσουρο στην πλατεία με το ψηλό κυπαρίσσι και το καμπαναριό με τα ρολόγια, που μετρούσαν κάθε ώρα τέσσερις φορές, όσα ήταν κι αυτά, η περίεργη λέξη. Αλαφιασμένος ο κάλφας, έφερε το μαντάτο. Κρεμασμένος…κρεμασμένος.

Κρεμασμένος μα λεύτερος. Εκεί στην καταπακτή που επικοινωνεί το σπίτι με τη δουλειά… Αστυνομία, γιατρός, κάποιοι να τον…ξεκρεμάσουν.

Τέλος. Μονάχος του. Ποιος ξέρει γιατί; Μα μπορεί να μην ξέρει κανείς γιατί; Ας μην το έκανε μέσα στα κρατητήρια και στα ξερονήσια. Του μπήκε όμως η ιδέα. Και την τέλειωσε, όταν ο ίδιος έκρινε πως ήρθε η ώρα.

Και για να μη μείνει μόνος του εκεί στην καταπακτή, μοναχός του στη χώρα των ζωντανών, εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, αφού τέλειωσαν οι τυπικές διαδικασίες, ένα περαστικό  φορτηγό αγγαρεύτηκε και μετάφερε το άψυχο σώμα στο κοιμητήρι για την τελευταία πράξη. Εκεί στη χώρα των νεκρών. Πάνω στην ξύλινη σκάλα που ο ίδιος είχε φτιάξει. Αυτός που το μόνο ήθελε ήταν ν’ ανασαίνει λεύτερος. 

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ο Μητσοτάκης στον κόσμο των influencers

Γράφει ο ΡΑΦΑΗΛ ΑΣΠΡΟΛΟΥΠΟΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 24/1/2022

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 23/1/2022

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας!
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εμβατήριο για μετέωρο φυλακισμένο

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Αναπτυσσόμεθα

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ*
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Με μια ανάσα!

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΛΑΓΟΥΤΑΤΖΗ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ανεμοδαρμένοι καιροί

Γράφει ο ΦΡΑΝΤΖΗΣ ΚΑΡΑΔΟΥΚΑΣ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Έφυγε από την ζωή ο Μυτιληνιός Αναστάσης Μοσχονησίου

Ζούσε μόνιμα στην Βοστώνη των ΗΠΑ και πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Παλλεσβιακού Συλλόγου Βοστώνης
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Μαμά σ` αγαπώ

Γράφει η ΣΕΒΑΣΤΗ ΣΚΟΥΦΟΓΛΟΥ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Η αποτελεσματικότητα/όφελος των νέων μέτρων στη Ελλάδα και στην Περιφέρεια Β. Αιγαίου

Οι στόχοι του εμβολιαστικού προγράμματος- Γράφει ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ*
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Είναι θέμα Δημοκρατίας!

#με_τον_Βαξεβανη, #με_την_Παπαδάκου
ΘΡΑΣΟΣ ΑΒΡΑΑΜ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Φωναχτές σκέψεις

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ*