
Σε μια περίοδο που οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές κάνουν αισθητή την παρουσία τους και με την κλιματική κρίση να αποτελεί πλέον μια πραγματικότητα, το ερώτημα της αντιπλημμυρικής προστασίας επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση στη Λέσβο. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι ισχυρές βροχοπτώσεις, που εκδηλώνονται ολοένα συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση, δημιουργούν νέες προκλήσεις για τις υποδομές, τους οικισμούς και τις αγροτικές περιοχές του νησιού.
Πόσο προετοιμασμένη είναι η Λέσβος απέναντι σε ένα ισχυρό πλημμυρικό φαινόμενο; Ποιες περιοχές παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα και σε ποια σημεία θα μπορούσαν να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα εάν μέσα σε λίγες ώρες πέσουν μεγάλες ποσότητες βροχής;
Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνουν οι επίσημοι Χάρτες Επικινδυνότητας και Κινδύνων Πλημμύρας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε συνδυασμό με το Στρατηγικό Σχέδιο Αντιπλημμυρικής Προστασίας της Λέσβου, στο οποίο έχουν αποτυπωθεί ιστορικά πλημμυρικά περιστατικά, ευάλωτες περιοχές και προβλήματα στο υδρογραφικό δίκτυο.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ως ιδιαίτερα κρίσιμη την ευρύτερη περιοχή της Καλλονής και τη λεκάνη του ποταμού Τσικνιά, ενώ καταγράφονται σημαντικά προβλήματα και σε άλλα σημεία του νησιού, από τον Ευεργέτουλα μέχρι τη Γέρα και το Πλωμάρι.
Σύμφωνα με τους επίσημους χάρτες, η χαμηλή ζώνη της λεκάνης του Τσικνιά και των ρεμάτων που καταλήγουν στον Κόλπο Καλλονής έχει χαρακτηριστεί ως Ζώνη Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας.
Στην ευρύτερη περιοχή της Καλλονής έχουν καταγραφεί επανειλημμένα πλημμυρικά φαινόμενα, ιδιαίτερα στις χαμηλές εκτάσεις που βρίσκονται κοντά στις κοίτες των χειμάρρων και στις εκβολές τους.
Η Καλλονή, η Αρίσβη, τα Παπιανά και το Κεράμι συγκαταλέγονται στους οικισμούς για τους οποίους υπάρχουν καταγραφές πλημμυρικών περιστατικών. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάστηκε η επέμβαση της Πυροσβεστικής για άντληση υδάτων από κατοικημένες περιοχές.
Πλημμυρικά φαινόμενα έχουν επίσης αναφερθεί στην Αγία Παρασκευή, ενώ για την Πελόπη υπάρχει καταγεγραμμένη υπερχείλιση χειμάρρου το 2005.
Ο κίνδυνος στις περιοχές αυτές συνδέεται κυρίως με τη συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων νερού από τις γύρω λεκάνες απορροής, τη μορφολογία του εδάφους και την περιορισμένη δυνατότητα απομάκρυνσης των υδάτων σε περιπτώσεις έντονων βροχοπτώσεων.
Οι επίσημοι χάρτες εξετάζουν διαφορετικά σενάρια πλημμύρας, αποτυπώνοντας τις εκτάσεις που θα μπορούσαν να κατακλυστούν, καθώς και το εκτιμώμενο βάθος και την ταχύτητα των νερών.
Η ένταξη μιας ευρύτερης περιοχής σε ζώνη δυνητικά υψηλού κινδύνου δεν σημαίνει ότι όλα τα σημεία της παρουσιάζουν την ίδια επικινδυνότητα. Αναδεικνύει, ωστόσο, τις περιοχές όπου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και αντιπλημμυρικός σχεδιασμός.
Ξεχωριστή θέση στον χάρτη πλημμυρικής επικινδυνότητας της Λέσβου καταλαμβάνει ο ποταμός Τσικνιάς, ο σημαντικότερος ποταμός του νησιού, με την κεντρική κοίτη του να εκτείνεται σε μήκος περίπου 22,5 χιλιομέτρων και να καταλήγει στον Κόλπο της Καλλονής.
Η λεκάνη απορροής του συγκεντρώνει νερά από μεγάλο τμήμα της βόρειας και κεντρικής Λέσβου. Κατά τη διάρκεια ισχυρών βροχοπτώσεων, τεράστιες ποσότητες νερού κατευθύνονται προς τις χαμηλότερες περιοχές του λεκανοπεδίου, ασκώντας σημαντική πίεση στην κοίτη και στα αναχώματα του ποταμού.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις στο φυσικό υδρογραφικό δίκτυο. Σύμφωνα με το Στρατηγικό Σχέδιο Αντιπλημμυρικής Προστασίας, σε ορισμένες περιοχές έχουν πραγματοποιηθεί παρεμβάσεις στις κοίτες των ρεμάτων, ενώ τμήματά τους έχουν μετατραπεί ακόμη και σε δρόμους, περιορίζοντας τη δυνατότητα διοχέτευσης μεγάλων ποσοτήτων νερού.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση των αναχωμάτων του Τσικνιά, καθώς ενδεχόμενη αστοχία τους μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένες πλημμύρες στις χαμηλές περιοχές.
Δεν πρόκειται για έναν θεωρητικό κίνδυνο. Τόσο το 2016 όσο και τον Νοέμβριο του 2025 σημειώθηκαν σοβαρά πλημμυρικά φαινόμενα, με υποχωρήσεις αναχωμάτων και εκτεταμένες ζημιές στην ευρύτερη περιοχή της Καλλονής.
Η ιστορική εμπειρία, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της επίσημης χαρτογράφησης, καθιστά τον Τσικνιά μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες αντιπλημμυρικής προστασίας για τη Λέσβο.
Πέρα από το λεκανοπέδιο της Καλλονής, το Στρατηγικό Σχέδιο Αντιπλημμυρικής Προστασίας καταγράφει πλημμυρικά προβλήματα και σε άλλες περιοχές του νησιού.
Στην περιοχή του Ευεργέτουλα, ιδιαίτερα στους Λάμπου Μύλους, η πλημμυρική διακινδύνευση εκτιμάται ως μεσαία και τοπικά υψηλή. Τα προβλήματα συνδέονται με τη δυνατότητα των υδατορεμάτων να διοχετεύσουν τα νερά κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων, καθώς και με την ανάγκη συντήρησης και καθαρισμού τεχνικών έργων.
Αντίστοιχα, στη Γέρα και στο Πλωμάρι έχουν αναφερθεί συχνά πλημμυρικά φαινόμενα, ενώ στη Θερμή και στη Σκάλα Μυστεγνών έχουν καταγραφεί προβλήματα στη διοχέτευση των ομβρίων υδάτων, ιδιαίτερα σε παραλιακούς οικισμούς.
Στη Δυτική Λέσβο εντοπίζονται επίσης τοπικά προβλήματα στην περιοχή του Χρούσου, όπου έχουν σημειωθεί υπερχειλίσεις, καθώς και στον Κάμπο Ποδαρά, όπου έχει επισημανθεί η ανάγκη καθαρισμού των ρεμάτων.
Πρόκειται για καταγραφές που αναδεικνύουν ότι η ανάγκη αντιπλημμυρικής προστασίας δεν αφορά αποκλειστικά την Καλλονή, αλλά ένα ευρύτερο δίκτυο οικισμών και αγροτικών περιοχών σε ολόκληρη τη Λέσβο.
Με δεδομένη την αυξημένη πλημμυρική επικινδυνότητα στην περιοχή του Τσικνιά, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αντιπλημμυρική μελέτη που εκπονεί ο Δήμος Δυτικής Λέσβου, με στόχο τη συνολική αντιπλημμυρική θωράκιση του λεκανοπεδίου της Καλλονής.
Όπως δήλωσε στο «Ν» ο Αντιδήμαρχος Υποδομών, Έργων και Πολεοδομίας, Ιορδάνης Ιορδάνου, το επόμενο διάστημα αναμένεται να ολοκληρωθεί η μελέτη για το αντιπλημμυρικό έργο που αφορά ολόκληρο το λεκανοπέδιο της Καλλονής.
Πρόκειται για έναν συνολικό σχεδιασμό που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των προβλημάτων απορροής των υδάτων και στην προστασία των οικισμών, των καλλιεργειών και των υποδομών της ευρύτερης περιοχής.
Η διαδικασία είχε ξεκινήσει με τη δημοπράτηση της μελέτης τον Δεκέμβριο του 2021, ενώ η αρχική σύμβαση υπογράφηκε στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Στο αντικείμενο της αρχικής μελέτης περιλαμβάνονται οριοθετήσεις, έργα διευθέτησης και τεχνικές παρεμβάσεις στους χειμάρρους Τσικνιά, Αχέρωνα, Ποταμιάς και Ταξιάρχη, όπου έχουν καταγραφεί σοβαρά πλημμυρικά προβλήματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διερεύνηση της δυνατότητας εκτροπής του χειμάρρου Αχέρωνα προς τον Τσικνιά μέσω διώρυγας μήκους περίπου 400 μέτρων, με στόχο τον περιορισμό του κινδύνου πλημμύρας μέσα στον οικισμό της Καλλονής.
Η συγκεκριμένη πρόταση περιλαμβάνεται στον αρχικό μελετητικό σχεδιασμό, καθώς η διατομή του καλυμμένου χειμάρρου που διέρχεται από την Καλλονή έχει χαρακτηριστεί ανεπαρκής για την ασφαλή διοχέτευση μεγάλων ποσοτήτων νερού.
Τον Ιούνιο του 2025 υπογράφηκε συμπληρωματική σύμβαση για πρόσθετες μελετητικές εργασίες, ενώ τον Ιούλιο του 2026 ο Δήμος Δυτικής Λέσβου ανακοίνωσε ότι εξασφαλίστηκε χρηματοδότηση 570.000 ευρώ από το Ταμείο Αλληλεγγύης για την ολοκλήρωση της μελέτης αντιπλημμυρικής προστασίας.
Η οριστική μελέτη για τις παρεμβάσεις στον Τσικνιά, από την Αρίσβη μέχρι τις εκβολές του, καθώς και για πρόσθετα έργα ανάσχεσης και αντιπλημμυρικής προστασίας, έχει προϋπολογισμό 858.618,39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Ιορδάνου, η ολοκλήρωση της μελέτης βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για να προχωρήσει ο σχεδιασμός στην επόμενη φάση, αυτή της χρηματοδότησης και κατασκευής των έργων.
Από την πλευρά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, ο Αντιπεριφερειάρχης Τεχνικών Έργων, Χρυσόστομος Χατζηκυριαζής, αναφέρθηκε μιλώντας στο «Ν» στις εργασίες καθαρισμού των χειμάρρων που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο σε διάφορες περιοχές της Λέσβου.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για παρεμβάσεις που επαναλαμβάνονται ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονται και τα αιτήματα που υποβάλλονται από τις τοπικές κοινότητες.
«Καθαρίζουμε Ευεργέτουλα, Τσικνιά, παντού πάμε, σε διάφορα σημεία που έχουμε αιτήματα από κοινότητες, τα οποία θεωρούμε ότι χρειάζονται καθαρισμό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος σημείωσε ότι η ανάπτυξη της βλάστησης μέσα στις κοίτες των χειμάρρων καθιστά αναγκαία την επανάληψη των εργασιών σε ετήσια βάση.
Οι επίσημοι χάρτες πλημμυρικής επικινδυνότητας και οι τεχνικές μελέτες αποτυπώνουν περιοχές της Λέσβου που έχουν ήδη δοκιμαστεί από έντονα καιρικά φαινόμενα και είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν ξανά σοβαρά προβλήματα.
Στην περίπτωση του Τσικνιά, οι προηγούμενες πλημμύρες, οι αστοχίες αναχωμάτων και η συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων νερού στο λεκανοπέδιο της Καλλονής αναδεικνύουν την ανάγκη ουσιαστικής θωράκισης.
Οι καθαρισμοί των χειμάρρων αποτελούν αναγκαία παρέμβαση πρόληψης, αλλά δεν αρκούν από μόνοι τους για την αντιμετώπιση ενός μεγάλου πλημμυρικού φαινομένου.
Η ολοκλήρωση της αντιπλημμυρικής μελέτης για το λεκανοπέδιο της Καλλονής είναι ένα σημαντικό βήμα. Το κρίσιμο ζητούμενο, ωστόσο, είναι να εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι και να προχωρήσουν εγκαίρως οι κατασκευαστικές παρεμβάσεις.
Σε μια εποχή που τα έντονα καιρικά φαινόμενα αποτελούν διαρκή πρόκληση, η αντιπλημμυρική προστασία της Λέσβου δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταγραφή των κινδύνων. Χρειάζεται διαρκής πρόληψη, συντήρηση των υποδομών και ολοκληρωμένα έργα, πριν η επόμενη μεγάλη βροχόπτωση δοκιμάσει ξανά τις αντοχές του νησιού.