
Με μια ανακοίνωση που αποτυπώνει την αγωνία και την απόγνωση που επικρατούν σε μεγάλο μέρος του κτηνοτροφικού κόσμου, ο Τομέας Αγροτικής Ανάπτυξης της ΕΛ.Α.Σ. παρεμβαίνει δημόσια με αφορμή τον θάνατο κτηνοτρόφου στη Θεσσαλία, θέτοντας ευθέως ζήτημα κυβερνητικών ευθυνών για τη διαχείριση των ζωονόσων και τις οικονομικές συνέπειες που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί.
Η ανακοίνωση αναφέρεται στην ιστορία του Αποστολή, ενός κτηνοτρόφου τον οποίο εκπρόσωποι της ΕΛ.Α.Σ. είχαν γνωρίσει μόλις πριν από λίγες ημέρες, κατά τη διάρκεια περιοδείας τους στα Τρίκαλα και την Καρδίτσα. Όπως περιγράφουν, επρόκειτο για έναν άνθρωπο εμφανώς εξουθενωμένο, ο οποίος προσπαθούσε να διατηρήσει ζωντανό το κοπάδι του, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα σοβαρά οικονομικά προβλήματα και τις συνέπειες των περιοριστικών μέτρων για τις ζωονόσους.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανακοίνωση, ο κτηνοτρόφος είχε υποχρεωθεί να κρατά τα ζώα του σε περιορισμένο χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς δυνατότητα βόσκησης. Η κατάσταση αυτή αύξησε σημαντικά το κόστος διατροφής του κοπαδιού, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομικές του αντοχές είχαν ήδη εξαντληθεί.
Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού και οι συνθήκες που επικρατούσαν στις εγκαταστάσεις του φέρονται, σύμφωνα με την ΕΛ.Α.Σ., να επιδείνωσαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το κοπάδι εξαιτίας του καταρροϊκού πυρετού, με αποτέλεσμα να χάνονται διαδοχικά ζώα.
Όπως υποστηρίζει ο Τομέας Αγροτικής Ανάπτυξης, ο παραγωγός είχε ζητήσει αποζημίωση, χωρίς ωστόσο να υπάρξει θετική ανταπόκριση στο αίτημά του.
Λίγες ημέρες αργότερα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, ο κτηνοτρόφος έβαλε τέλος στη ζωή του, προκαλώντας βαθιά θλίψη στους ανθρώπους που τον γνώριζαν.
Η ΕΛ.Α.Σ. εκφράζει τα ειλικρινή συλλυπητήριά της στην οικογένεια και στους οικείους του, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των προσωπικών συνθηκών που οδήγησαν στην τραγωδία.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά της ανακοίνωσης στις συνθήκες υπό τις οποίες καλούνται να επιβιώσουν οι κτηνοτρόφοι, την ώρα που οι ζωονόσοι, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις των ζώων και το αυξημένο κόστος παραγωγής δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος θάνατος αποτελεί την έβδομη απώλεια κτηνοτρόφου τα τελευταία τρία χρόνια που η ίδια συνδέει με τις συνέπειες των ζωονόσων. Πρόκειται για ισχυρισμό της οργάνωσης, ο οποίος δεν συνοδεύεται στην ανακοίνωση από ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα στοιχεία.
«Δεν θα ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε όλες τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία. Δεν θα εκμεταλλευτούμε τον θάνατο ενός ανθρώπου. Αλλά δεν πρόκειται και να σιωπήσουμε μπροστά στην απόγνωση που βιώνει ο κτηνοτροφικός κόσμος», επισημαίνεται χαρακτηριστικά.
Η ανακοίνωση υπογραμμίζει ότι η κτηνοτροφία δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό κλάδο, αλλά συνδέεται άμεσα με την επιβίωση χιλιάδων οικογενειών, τη διατήρηση της ζωής στην ύπαιθρο και τη λειτουργία μιας ολόκληρης παραγωγικής αλυσίδας.
Για τους ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην εκτροφή ζώων, η απώλεια ενός κοπαδιού δεν περιορίζεται σε μια οικονομική ζημιά. Μπορεί να σημαίνει την απώλεια του βασικού εισοδήματος, την καταστροφή μιας πολυετούς επένδυσης και την αδυναμία συνέχισης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι κτηνοτρόφοι όταν υποχρεώνονται να διατηρούν τα ζώα τους έγκλειστα, εφαρμόζοντας τα μέτρα περιορισμού της εξάπλωσης των ζωονόσων.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η προβλεπόμενη ενίσχυση των 4 ευρώ ανά ζώο τον μήνα δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες, καθώς το κόστος σίτισης μπορεί, όπως υποστηρίζει η ΕΛ.Α.Σ., να φτάνει ακόμη και το 1 ευρώ ημερησίως ανά ζώο.
Με βάση αυτή την εκτίμηση, το μηνιαίο κόστος διατροφής μπορεί να αγγίζει τα 30 ευρώ ανά ζώο, δημιουργώντας σημαντική απόκλιση από το ύψος της ενίσχυσης που επικαλείται η οργάνωση.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις σε εκμεταλλεύσεις με εκατοντάδες ζώα, όπου η καθημερινή εξασφάλιση ζωοτροφών αποτελεί πλέον σοβαρή οικονομική δοκιμασία.
Η ΕΛ.Α.Σ. τονίζει ότι η ευθύνη της Πολιτείας δεν μπορεί να εξαντλείται στην επιβολή απαγορεύσεων μετακίνησης και βόσκησης. Όπως επισημαίνει, κάθε περιοριστικό μέτρο πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή χρηματοδότηση, κτηνιατρική παρακολούθηση και μηχανισμούς στήριξης των παραγωγών.
Ο Τομέας Αγροτικής Ανάπτυξης της ΕΛ.Α.Σ. παρουσιάζει τέσσερα βασικά αιτήματα προς την κυβέρνηση, ζητώντας άμεσες παρεμβάσεις πριν η κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω.
Πρώτο αίτημα αποτελεί η ουσιαστική αύξηση της οικονομικής ενίσχυσης για την αγορά ζωοτροφών, ώστε να καλύπτεται το πραγματικό κόστος διατροφής των ζώων που παραμένουν σε περιορισμό.
Δεύτερο, ζητείται σαφές και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την καταβολή αποζημιώσεων, τόσο στους κτηνοτρόφους των οποίων τα κοπάδια θανατώνονται στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης των ζωονόσων όσο και σε εκείνους που υποχρεώνονται να διατηρούν τα ζώα τους έγκλειστα.
Τρίτο, προβάλλεται η ανάγκη άμεσης ενίσχυσης των κτηνιατρικών υπηρεσιών, με επαρκές προσωπικό και ολοκληρωμένο σχεδιασμό για την πρόληψη και αντιμετώπιση των ασθενειών. Η οργάνωση τάσσεται υπέρ της αξιοποίησης του εμβολιασμού ως βασικού μέσου αντιμετώπισης των ζωονόσων, θέση που απαιτεί εξειδίκευση ανάλογα με την ασθένεια και το ισχύον υγειονομικό πλαίσιο.
Τέταρτο, προτείνεται η δημιουργία ειδικού μηχανισμού έγκαιρης παρέμβασης για κτηνοτρόφους που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ψυχολογική πίεση, ώστε να υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής υποστήριξης πριν οι δυσκολίες λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Οι επισημάνσεις της ΕΛ.Α.Σ. αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και για τη Λέσβο, όπου ο κτηνοτροφικός κόσμος βιώνει μια παρατεταμένη κρίση εξαιτίας του αφθώδους πυρετού και των περιοριστικών μέτρων που έχουν επηρεάσει την παραγωγική δραστηριότητα.
Οι απώλειες ζωικού κεφαλαίου, η επιβάρυνση από τις ζωοτροφές, οι περιορισμοί στη λειτουργία των εκμεταλλεύσεων και η αγωνία για την επόμενη ημέρα αποτελούν ζητήματα που απασχολούν έντονα τους παραγωγούς του νησιού.
Στη Λέσβο, όπου η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας, η κρίση δεν περιορίζεται στα στενά όρια των κτηνοτροφικών μονάδων. Επηρεάζει την παραγωγή γάλακτος, τα τυροκομεία, τις επιχειρήσεις ζωοτροφών και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα της υπαίθρου.
Η ανάγκη για έγκαιρη καταβολή αποζημιώσεων, επαρκή κάλυψη των εξόδων διατροφής των ζώων και ουσιαστικό σχέδιο ανασύστασης των κοπαδιών παραμένει στο επίκεντρο των διεκδικήσεων των κτηνοτρόφων της Λέσβου.
Αν και οι ζωονόσοι που απασχολούν τις διαφορετικές περιοχές δεν είναι ίδιες, κοινός παρονομαστής είναι η οικονομική πίεση που δέχονται οι παραγωγοί και η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα αναγκαία υγειονομικά μέτρα συνοδεύονται από αντίστοιχη κρατική στήριξη.
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο Τομέας Αγροτικής Ανάπτυξης της ΕΛ.Α.Σ. καλεί την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει την κατάσταση με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία και ουσιαστικά μέτρα στήριξης.
Η οργάνωση επιμένει ότι η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη είδηση της καθημερινότητας, ενώ τονίζει ότι η προστασία της κτηνοτροφικής παραγωγής δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την προστασία των ίδιων των παραγωγών.
«Δεν θα δεχτούμε να θεωρείται φυσιολογικό να καταστρέφεται η ζωή ενός κτηνοτρόφου μαζί με το κοπάδι του», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, η ΕΛ.Α.Σ. ζητά ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ελληνική κτηνοτροφία, με επαρκείς αποζημιώσεις, αποτελεσματική υγειονομική προστασία και έμπρακτη στήριξη των ανθρώπων της παραγωγής.
Το μήνυμα της ανακοίνωσης συνοψίζεται σε μια φράση που αναδεικνύει την ανθρώπινη διάσταση της κρίσης.«Γιατί πίσω από κάθε κοπάδι υπάρχει ένας άνθρωπος. Και η ζωή του αξίζει».